
Δεν έμεινα μόνη μαζί του. Εσύ με άφησες. Με ξέχασες εκεί. Περπατώ πίσω του, βλέπω την κίνηση που κάνει όταν στρώνει τα μαλλιά του, τις απαλές κινήσεις καθώς κοιτάζει γύρω πριν περάσει το δρόμο, την καμπύλη της πλάτης όταν σκύβει να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, τις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια τις γκριζαρισμένες τούφες στα μαλλιά του, το λερωμένο του πουκάμισο. Δεν είμαι δική του. Δική σου είμαι. Δεν έμεινα επειδή το ήθελα. Εσύ με ξέχασες. Τριγυρίζω στο γραφείο του, στη γειτονιά, στο σπίτι του. Κάθομαι στο τραπέζι που τρώει, στον πάγκο που πίνει καφέ, στο μπαρ που συχνάζει, στο γήπεδο που φωνάζει, στο εστιατόρειο που προτιμά, στο στενό που παρκάρει. Τον κοιτώ όταν ξυπνάει με μάτια θολά, όταν γυμνός κάνει ντουζ, όταν ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη, όταν στριφογυρίζει πριν κοιμηθεί και όταν ροχαλίζει σαν είναι κουρασμένος. Κάποια στιγμή ήμουν εκεί σαν γέλασε με ένα σκασμένο μπαλόνι, σαν τραγουδούσε σε σκοτεινό σοκάκι, σαν κολυμπούσε, σαν λιαζόταν στον ήλιο, σαν βρεχόταν στη βροχή. Ήμουν εκεί...