Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Δήθεν

woman lighting cigarette.jpg

Αυτή πρέπει να ήταν। Την κοιτούσε πίσω από το σηκωμένο στα χείλη του ποτήρι με whisky 15 ετών. Όταν πλησίαζε κι άλλο θα ήταν σίγουρος. Μέτρια στο ύψος, με καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους, ελαφρές καμπύλες τυλιγμένες σε μαύρο φόρεμα κι ένα κοραλλί κραγιόν- άσχημη επιλογή. Παπούτσια και νύχια σε κόκκινο χρώμα που θα μπορούσε να είναι αισθησιακό αλλά έμοιαζε φτηνό. Προσποιητό.

Ναι, αυτή ήταν. Είχε πλησιάσει και μπορούσε να την μυρίσει. Μύριζε φόβο.

Πώς ήταν εκείνο το έργο του Ζίσκιντ, το Άρωμα; Έτσι κι αυτός, μπορούσε να μυρίσει και να ξεχωρίσει τον άλλον από μέτρα μακριά μόνο με τη βοήθεια της μύτης του. Ο φόβος μύριζε σαν καθαρό οινόπνευμα, μάλλον σαν τη μυρωδιά οξυζενέ - αυτή που μύριζαν τα νοσοκομεία- ανακατεμένο με τυρί. Δεν ήθελε να περιγράφει έτσι τα συναισθήματα γιατί ξέπεφταν σε κάτι αισχρό και βρώμικο. Ο ίδιος προτιμούσε-αν και όποτε μιλούσε, και μιλούσε σπάνια- να τα περιγράφει σαν αρώματα βοτάνων και λουλουδιών. Τέλος πάντων, να τα περιγράφει σαν κάτι οικείο προς τον συνομιλητή του και κυρίως σαν κάτι που δεν θα τον σόκαρε.

Αλλά αυτή μύριζε πολύ έντονα οξυζενέ και τυρί.

Κατάπιε μια γερή γουλιά από το ποτό του. Ζωγράφος με τη δεύτερή της έκθεση σε μεγάλη γκαλερί της πρωτεύουσας. Οι πρώτες έγιναν σε δημαρχεία και δημόσιους χώρους του χωριού της και σε πολιτιστικούς συλλόγους. Είχε δημοσιεύσει και μια ποιητική συλλογή με δικά της έξοδα φυσικά, αλλά χωρίς επιτυχία ιδιαίτερη. Μάλλον, χωρίς καθόλου επιτυχία. Τώρα όμως λεγόταν ότι κοιμόταν με την ιδιοκτήτρια της γκαλερί κι έτσι άρχισε η καριέρα της κάτω από τα μεγάλα φώτα.

Αξιολύπητο. Δεν ήταν καν ομοφυλόφιλη.

Μπήκε αδιάφορα στην παρέα με την οποία μιλούσε και βρήκε την ευκαιρία να την παρακολουθήσει καλύτερα. Κίβδηλη. Τα μάτια της πάνω του όταν έπεσαν του το είπαν . Χρυσαφένια μάτια με μικρά πράσινα στίγματα , πιο ξέθωρα από την πέτρα στο δερμάτινο δαχτυλίδι που φορούσε στο δεξί παράμεσο. Κάπνιζε και έφτυνε τις λέξεις με σκληρότητα δήθεν και με μια αίσθηση γνώσης- δήθεν κι αυτή.

Ήπιε άλλη μια γουλιά. Απόψε σίγουρα θα ήταν στο κρεβάτι του. Μέχρι το τέλος του μήνα θα την είχε έτοιμη για αυτά που ήθελε.

Απομακρύνθηκε για να ξανακάνει μια βόλτα στη γκαλερί.

Δήθεν.

Αξιολύπητη.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

That wall...

(Dali, two harlequins, 1942)


"...Ωραίος είναι ο κόσμος που ζούμε! Ποιος είναι τόσο απατεώνας
που να μη βλέπει αυτήν την ολοφάνερη σκευωρία;
Kαι ποιος είναι τόσο αναιδής που λέει πως δεν βλέπει τίποτε;
Κακοφτιαγμένος ο κόσμος και όλα θα καταστραφούν,
αφού πρέπει τέτοια κακά σωπαίνοντας να βλέπεις..."

(Σαίξπηρ, Ριχάρδος Γ', πράξη 3, σκηνή 6)


```` ```````````````````````````````````

Ξημερωθήκαμε με έναν τοίχο καταμεσής του χωραφιού μας.
Αρχικά βέβαια ανακαλύψαμε μία σειρά από πέτρες σε ευθεία, που διέσχιζαν τον χώρο.
«Περίεργο», σκεφτήκαμε και ανάψαμε τσιγάρο. Συσκεφθήκαμε λίγο πάνω στο πότε να έγινε άραγε αυτό κι αν ήταν από χθες το απόγευμα που δουλεύαμε εκεί ή κάποιος το έκανε το βράδυ. Στη συνέχεια γυρίσαμε την πλάτη.

Την άλλη μέρα είχε εξελιχθεί σε μικρό τοιχαλάκι. Ρωτήσαμε το γείτονα αλλά δεν ήξερε τίποτα ούτε είχε δει κάτι. Έτσι το βρήκε το ξημέρωμα κι απορούσε τι το θέλαμε.
Κάναμε χάζι, μάλιστα αφήναμε εκεί πάνω τα εργαλεία μας για να μην τρέχουμε στην άλλη άκρη του χωραφιού. Καθόμασταν πάνω του να πιούμε ένα καφέ , να καπνίσουμε λίγο, φωνάξαμε και 2-3 χωριανούς να το δουν και να πούνε τη γνώμη τους. Η τοπική εφημερίδα το έκανε σχόλιο στις πίσω σελίδες με τα κοινωνικά.

Την τρίτη μέρα είχε προχωρήσει σε μήκος όπως και ύψος. Έφτανε τώρα στο ένα μέτρο. Ήταν Σάββατο και τα παιδιά του χωριού έφτασαν κι ανακάλυψα ότι μερικά είχαν ζωγραφίσει καρδιές, που τις πλήγωνε ένα βέλος κι εκείνες μάτωναν βουβά.
Αρχίσαμε να ανησυχούμε, αλλά κατέφθασε το απόγευμα ένας φωτογράφος και δυο - τρεις στάθηκαν να φωτογραφηθούν, τινάζοντας το χώμα από τα ρούχα τους και δοκιμάζοντας το «καλό» τους χαμόγελο, αυτό που κρατούσαν για γιορτές κι άλλες επίσημες μέρες.
Αρνήθηκα να είμαι στο πλάνο και κάπνιζα στη σκιά μιας κυδωνιάς κοιτώντας προβληματισμένος την ομάδα που απλωνόταν, μαζευόταν, γονάτιζε κι έδειχνε το καλό της προφίλ κατά τις προσταγές του φωτογράφου.
« Έπρεπε να βγάλεις τις ρίζες», άκουσα μια φωνή και προς στιγμή νόμισα ότι μίλησα δυνατά.
Γύρισα κι είδα πίσω μου τον τρελό του χωριού.
«Ο Σπόρος φυτρώνει όταν βρει χώμα κι όταν τον ποτίζεις» συνέχισε να λέει μαζεύοντας αγριοξινάκια σε ένα βρώμικο σάκο και έφυγε σκυφτός.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

will you?...

- Λοιπόν, θα πολεμούσες για μένα;
Η βραδιά ξεκίνησε κι εγώ ακόμα ετοιμαζόμουν και βαριόμουν.
Αποφάσισα όμως να ξεκολλήσω για λίγο από τη μιζέρια που με έτρεφε μήνες και μήνες και να βαφτώ με τα χρώματα του πολέμου που διενεργείται σε μπαρ και clubs.
Κοιτούσα τον εαυτό μου σε ένα σκονισμένο καθρέφτη κρατώντας στο χέρι τη μάσκαρα, όταν τον είδα να με κοιτά πίσω και να μου κλείνει το μάτι.
Λες; Το ροζ κραγιόν θάφτηκε στο ντουλάπι που κοιμόταν καιρό και ανέσυρα εκείνο το παλιό, το κατακόκκινο.
Απόψε δε με νοιάζει τίποτα.

-Αλήθεια βαριόσουν να βγεις;
Έβαλα τα γέλια σηκώνοντας το 4o ποτήρι βότκα και ήπια την τελευταία γουλιά. Έσβησα το τσιγάρο.

- Πάμε μια βόλτα κόντρα στον άνεμο. Είσαι;
Με κοίταξε πίσω από τα μακριά του μαλλιά κι ύστερα πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα δικά μου. Όλο το βράδυ είχε πιει ένα μόνο ποτήρι κόκκινο κρασί κι αναρωτιόμουν αν ήταν ικανό για να υψώσει τα φτερά του κάποτε.
Μια περίεργη ύπαρξη που προέκυψε στο μισοσκόταδο ενός μπαρ. Γνωστός στην παρέα, άγνωστος σε εμένα μέχρι πριν λίγες ώρες. Δεν είχε προλάβει όμως να ξημερώσει η νέα μέρα , όταν έσκυψε ξαφνικά στο αυτί μου καθώς γελούσα με κάποιον και με ρώτησε:

- Θα πολεμούσες για μένα, αν στο ζητούσα;

Έπαιζε εκείνη τη στιγμή το τραγούδι μου. Παράγγειλα δύο σφηνάκια για μένα και τον Dj και ξαναγύρισα προς το μέρος της βραχνής φωνής που έθετε ερωτήματα μέσα στη νύχτα.

- Ξέρεις την Πενθεσίλεια;ρωτώ.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Μικρός εγώ...



Είμαι ένας μικρός δολιοφθορέας.

Δε με πιστεύετε γιατί τα πρωινά, κάτω από το φως της μέρας, αποδυναμωμένος γυρίζω και συστήνομαι με ένα χαμόγελο κι ένα λουλούδι στα μαλλιά.

Ανδρόγυνη φιγούρα.

Μα δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας μικρός δολιοφθορέας.

Περιμένω στη γωνία απολαμβάνοντας το τσιγάρο μου και καραδοκώ.

Είμαι εκείνος που ξεπροβάλλει κάτω από το μαξιλάρι σαν κλείσετε τα μάτια και τότε ανασύρω εικόνες, λέξεις, αγωνίες και τις στοιβάζω στα βλέφαρά σας ακκιδώνοντας τα όνειρά σας με τα Πρέπει και Μη.

Ω,ναι! Εγώ είμαι εκείνος που σκαλίζω τη μνήμη και ξεθάβω φαντάσματα.

Εκείνος που στήνει μπροστά σας τα πιο κρυμμένα μυστικά, τις πιο σκληρές λέξεις, τη μία έστω αποτυχία σας, τις απιστίες, τα ψέματα, τους φόβους.

Ω,ναι! Είμαι εκείνος που παίζει με τους φόβους σας.

Εκείνος που διατάζει τα σύννεφα να μαζευτούν μέσα στο καλοκαίρι του χαμόγελού σας.

Είμαι εκείνος που δένει τις χαρές σας και με αγκίστρια τις σύρει στο βυθό της λύπης.

Εκείνος που ανασύρει τις ελλείψεις σας για να προβάλλει τον πιο μικρό, χυδαίο, άσχημο και δειλό εαυτό σας.

Δε με πιστεύετε;

Μα με έχετε συναντήσει.

Κι όσοι από εσάς επιμένετε να με αρνείστε, μην ανησυχείτε.

Θα συναντηθούμε σύντομα.

Προσέξτε!

Μην κλείνετε τα μάτια ανυποψίαστοι.

Δεν είσαστε πια αθώοι.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Gimme a mask!



"Περάστε! Περάστε! Ελάτε στη σκηνή μας και θαυμάστε. Απόψε κοντά σας ο μοναδικός , ο ένας, ο άντρας με τα δύο πρόσωπα".

Ψιτ! Εδώ, πίσω από την κολώνα.
Άδικα προσπαθείς τελάλη. Κόσμος δεν θα έρθει. Βλέπεις, εδώ, στη μικρή μας πόλη όλοι έχουμε δύο πρόσωπα. Τι; Δεν το ήξερες; Μα, καλά, πώς και εμφανιστήκατε σε αυτό το κομμάτι γης που το έχουν ξεχάσει όλοι;
Ναι, λοιπόν, δύο πρόσωπα έχουμε.
Έλα λίγο πιο δω. Μη μας δουν. Θα καταλάβεις. Ωραία, εδώ δεν έχει πολύ φως.
Μη φοβάσαι και μην κοιτάς πίσω σου. Δεν κινδυνεύεις από μένα και κανένας δεν θα μπει στην σκηνή σου.
Σου λέω,δύο πρόσωπα.Ένα την ημέρα κι ένα τη νύχτα. Δεν ξέρω πώς και πότε έγινε αυτό. Από πάντα.
Ξέρω πολλούς, πολλούς μα την αλήθεια, που έχουν φυλαγμένα σε σεντούκια από έβενο, ξύλο που δε φύτρωσε ποτέ σε τούτα τα μέρη- άγνωστο πώς γέμισε ο τόπος μας, ο κόσμος μας, ο μικρό-κοσμός μας, με αυτά- έχουν φυλαγμένα λοιπόν προσωπεία κι άλλα, κληρονομιά από τους προπαππούδες τους. Τα κρατάνε φυλαγμένα και τα φροντίζουν. Ανοίγουν το σεντούκι μια φορά το χρόνο. Πρόσωπα-προσωπεία, χιλιάδες πρόσωπα, δε με πιστεύεις; Χάλκινα. Ναι, χάλκινα! Σε αυτόν τον τόπο που τίποτα χάλκινο δεν υπάρχει άλλο, το ήξερες; Δυο -τρεις προσπάθησαν να λυώσουν τα δικά τους μα τα άτιμα δεν έλυωναν με τίποτα κι έτσι κανένα άλλο αντικείμενο δεν μπορέσαμε να φτιάξουμε από χαλκό.
Ναι, κύριε τελάλη. Δεν σε χρειαζόμαστε. Έχουμε άφθονα πρόσωπα.
Εγώ; Εγώ τι κάνω εδώ, μπροστά από τη σκηνή σου;
Ω, εγώ... Ντρέπομαι τόσο.
Σςςςς!Μη μιλάς δυνατά!
Το μόνο άτομο στην πόλη, ναι , πόλη είμαστε, που - ντρέπομαι, ω, πόσο ντρέπομαι -
το ομολογώ, δεν έχω τέτοια κληρονομιά.
Πες μου. Πες μου μια τιμή! Πόσο τα πουλάς; Χρειάζομαι, το έχω ανάγκη!

'Ανοιξα το παλιό εβένινο σεντούκι των προγόνων μου όταν 21 ετών έγινα και δε βρήκα τίποτα άλλο από σαρανταποδαρούσες. Χιλιάδες σαρανταποδαρούσες. Χιλιάδες! Που άρχισαν να ξεχύνονται από το σκέπασμα και γέμισαν το σπίτι μου. Από τότε μένω πάνω σε ένα δέντρο γυμνό χωρίς φύλλα, κρεμασμένος.
Γιατί αυτά τα ζωύφια κατέκτησαν το σπίτι μου και κάνουν θόρυβο, ω πόσο θόρυβο , με τα χιλιάδες πόδια τους να κτυπάνε στο σανιδένιο μου πάτωμα.
Πες μου. Πόσο τα χρεώνεις;
Πες μου μια τιμή! Πες μου!
΄Εχω ανάγκη τα προσωπεία σου.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

χωρίς αρχή...




Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου.
Ίσως και να ήταν χρόνια εκεί περιμένοντας το αύριο κι εγώ τον είδα μόλις σήμερα.
«Πρέπει να σταματήσω να τριγυρνώ στα σοκάκια νύχτες που δεν έχει φεγγάρι», σκέφτηκα.
Μα ήταν αυτή η βροχή που άρχισε να πέφτει κι έκανε τους τοίχους διάφανους και το ταβάνι ασφυκτικά χαμηλό.

'Aνοιξα την πόρτα παίρνοντας μαζί μου ένα κόκκινο γεράνι κι ένα μαύρο παλτό συντροφιά και κλείδωσα πίσω μου τις αναμνήσεις.
Η φλόγα από το σπίρτο που τρεμόπαιξε στο σκοτάδι με έκανε να σταθώ και ξεχώρισα τη φιγούρα του στα σκαλιά ενός παλιού σπιτιού. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το στριφτό του και με κοίταξε.
«Θέλεις ένα;», με ρώτησε.
Κάθισα δίπλα του χωρίς να απαντήσω.

«Πόσα χρόνια γυρνάς ξυπόλητη στη βροχή;», συνέχισε να ρωτάει στρίβοντας τσιγάρο.
«Δεν θυμάμαι»,απάντησα κι ανασήκωσα τους ώμους κοιτάζοντας απορημένη τις γυμνές μου πατούσες.
'Aραγε να του πω ότι χάρισα τις μπότες μαζί με τη μνήμη μου σε ένα λευκό άλογο πέρυσι το φθινόπωρο όταν δραπέτευσα από έναν κατάμαυρο πίνακα;
Δεν θα με πιστέψει.

Η βροχή δυνάμωνε κι εμείς κοιτούσαμε τις καύτρες των τσιγάρων μας να καίνε τον χρόνο σιγά σιγά.
« Από τί ξέφυγες εσύ;», τον ρώτησα.
«Από τον φρικτό μέσο όρο που βάραινε πάνω μου»
'Aλλος ένας συνοδοιπόρος λοιπόν.
Χαμογέλασα.

«Τραγούδησέ μου», του ζήτησα βλέποντας την κιθάρα που είχε περασμένη στον ώμο.
«Τραγούδησέ μου για ένα πολύχρωμο αερόστατο που πετάει σε φλογισμένο ουρανό. Για τη βροχή που κλαίει μόνο για μένα. Έτσι απλά, σαν παραμύθι χωρίς αρχή.»

Πριν ξημερώσει πέταξε από πάνω τους ένα γεράκι και τα επόμενα 7 χρόνια μιλούσε στους ουρανούς για αυτό που είδε κάποτε.
Κάποτε , που δυο άγνωστοι κατέκτησαν τη νύχτα και τη βροχή με δυο τσιγάρα και ένα κόκκινο γεράνι.
Έτσι απλά, χωρίς αρχή.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Πάμε;



Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο.
Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο.
Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο.

Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά.

Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη. Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο.
Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του '80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση που φέρουν μια γυναίκα και 2-3 παιδιά.

Εκτός από μένα στο μαγαζί ήταν δύο άντρες σε ένα τραπεζάκι κοντά στην πόρτα, με σκούρα ρούχα και σκονισμένο βλέμμα, το οποίο με ακολουθούσε από τη στιγμή που μπήκα. Τώρα, ο ένας είχε γυρίσει δήθεν διακριτικά την καρέκλα προκειμένου να ρίχνει πλάγιες ματιές προς το μέρος μου. Αισθάνθηκα να παρακολουθείται κάθε κίνησή μου μέχρι να φέρω στα χείλη το τσιγάρο και να το ανάψω. Σκέφτηκα προς στιγμή να τους δώσω κάτι να με θυμούνται , αλλά προτίμησα να μείνω ήσυχη περιμένοντας να χάσουν το ενδιαφέρον τους.

Το ποτό έμοιαζε καθαρό και αρκετή η δόση και οι πρώτες γουλιές ήταν τόσο απολαυστικές όσο το νερό μια ζεστή μέρα.
Το πρώτο έφερε το δεύτερο και στη συνέχεια το τρίτο προτού ζητήσω κάτι να φάω.
Ένα πιάτο με πατάτες και αυγά τηγανισμένα σε ταγγισμένο λάδι και φέτες ντομάτες γύρω με σκοτεινή όψη , προσγειώθηκε μπροστά μου.

Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα με έντεχνα ελληνικά. Κατάλαβα ότι είχε νυχτώσει όταν η μουσική άλλαξε σε rock και τη θέση της ξανθιάς πίσω από τη μπάρα πήρε ένας τύπος με καράφλα και -τι συνηθισμένο- μια κοτσίδα λεπτή και άνευρη.

Είχα πάει ήδη 2 φορές στην τουαλέτα και περίμενα το επόμενο ποτό όταν άκουσα δίπλα μου μια βραχνή φωνή κι ένα σφηνάκι με Jack Daniel's στη θέση της Absolut.
Γυρνώντας αντικρίζω ένα χαμόγελο. Γένια κάποιων ημερών, κοντά σγουρά μαλλιά με γκρίζες τούφες διάσπαρτες, τζην και μαύρα.

Καλά τα πας , σκέφτηκα.
Προφανώς είχε γλιστρήσει στο διπλανό σκαμπό αθόρυβα όσο παράγγελνα.
Έτσι κι αλλιώς είχα πάψει από ώρα να κοιτάζω την πόρτα. Δεν περίμενα πια τίποτα.

- Πάμε; ρώτησε.

Για λίγο έμεινα να τον κοιτώ χωρίς να καταλαβαίνω. Βόλτα τώρα που αρχίζει η νύχτα;

Συνειδητοποίησα όμως ότι εννοούσε το σφηνάκι, καθώς είχε σηκώσει το δικό του και με κοίταζε. Σήκωσα το δικό μου.

- Και δεν πάμε;