Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

δεν χωράω


Η μέρα που δεν χωράς θα'ρθει.



Είναι η στιγμή που σε ξεγελά, σε πιάνει στον ύπνο και ξυπνάς με την σκιά σου αλλαγμένη. Χαμόγελα σκαλίζεις με μια ακίδα μικροσκοπική και όλοι χειροκροτούν στο πανηγύρι της τρελής. Μα, στενεύεσαι. Όλο στενεύεσαι.


Και έρχεται η μέρα που παύεις να προσπαθείς να χωρέσεις στους άλλους.

Φοράς το καφτάνι σου,σανδάλια και ένα μαντήλι στα μαλλιά κι απλώνεσαι σε μαξιλάρες στον κήπο, κάτω από τη λεμονιά, με παρέα έναν μαύρο σκύλο που  κρύβει ξωτικά στις πατούσες του.

Και με έναν  πολύχρωμο μύλο. Κάθε που τον φυσάς και γυρνά ένα φύλλο πέφτει από τα μαλλιά σου. 

Πού θα πάει. Θα πέσουν όλοι αυτοί που κατακάθισαν πάνω σου σαν σκόνη.






Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Κουτσό...


Θα ήθελα να μπορούσα να σας μιλήσω.
Να περιγράψω τις μέρες που πέρασα καρφωμένη σε ένα ξύλινο φάτνωμα παρέα με μια μικρή αράχνη.
Εκεί ψηλά, να αισθάνομαι πως βυθίζομαι στο σκοτάδι.Και το ρολόι με σπασμένους δείκτες καρφωμένους στο μυαλό μου
Να ήμουν ικανή να εκφράσω την παράνοια .Το λαβύρινθο που παλινδρομούσα με την τρέλα και την κατάθλιψη, σφιχταγκαλιασμένα αδέρφια.

Όμως δεν έμαθα ποτέ λέξεις να σκαλίζω όμορφες.
Ούτε τα γράμματα που διδάχτηκα σχημάτισαν ποτέ τη λέξη Βοήθεια.
Είχα ράψει το στόμα με μια σκουριασμένη σακοράφα - η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα μου, που την κουβαλώ μήπως και μάθω πώς να την χρησιμοποιώ σωστά. Έφυγες νωρίς βλέπεις και ποτέ δεν μου μίλησες , δεν μου εξήγησες.
Την έχω κρυμμένη σε μια μικρή ρυτίδα δίπλα από τα χείλη και με αυτήν με ματώνω, ράβω το στόμα και τα αυτιά- μα, δεν έμαθα τα μάτια μου να ράβω.
Με την ίδια τσιμπώ τις παλάμες μου και τους μηρούς μου για να ξυπνήσω όταν πέφτω σε ύπνο άρρωστο.

  Και να ΄μαι τώρα μπροστά σας να παίζω κουτσό. Να έχω ζωγραφίσει την καραμπάνα με άσπρη κιμωλία σε μαύρο δάπεδο- έτσι την λέμε εμείς.
Ξέρω- η κιμωλία στην πρώτη βροχή θα χάσει και πάλι τις γραμμές της κι εγώ θα πηδάω με ένα πόδι στο κενό.
Αυτό δεν θέλετε να μου πείτε;
Είναι όμως εκείνο το πιτσιρίκι που με συνοδεύει.
Εκείνο το μικρό μελαχρινό και σγουρομάλλικο παιδί που χαχανίζει κάθε φορά που τα κεραμιδάκια μου πετάει με την μπάλα του και μετράει τα τετράγωνα που χάραξα με κιμωλία.
    1-2 και 3, 4-5 και 6 , 7 και 8 ,  και ξανά πίσω ...

Αυτό φοβάμαι μήπως τρομάξω και χαθεί , όχι εσένα, εσένα, εσάς ...
Ίσως αυτό με μάθει κάποτε να μιλάω μπροστά σας και να βάζω ξανά τα γράμματα σε σειρά, όμορφες λέξεις να σχηματίζω.

....................

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Σε ένα παγκάκι




Σήκωσε αέρα και μια γκρίζα μέρα άπλωσε πανιά.
Έσπασε τα σχοινιά και ξεκίνησε.

Πέρασε δίπλα από κάδους απορριμμάτων, κυνήγησε ένα σκύλο, έφυγε από το μονοπάτι για να πατήσει τα πεσμένα φύλλα και να ακούσει τον ήχο τους σαν έσπαζαν από τα βήματά της, έφτασε σε μια πλατεία και ερωτεύτηκε ένα παγκάκι κάτω από έναν πλάτανο. 

Εκεί αποφάσισε να μείνει. Για λίγο.Κοιτούσε μέρες πίσω από τα μαύρα της γυαλιά κι όλο ανακάλυπτε νέες φάτσες.Μα όλες, όλες, ανήκαν στο ίδιο γένος: αυτό των Ατσαλάκωτων. Κινούνται σαν να ποζάρουν λες κι ένας αόρατος φακός τους σημαδεύει κάθε λεπτό και παίρνουν πόζες, κάνουν μουτράκια, στέλνουν φιλιά στον αέρα, ντύνονται, βάφονται, χαμογελούν, τρώνε, πίνουν, τσακώνονται, αγαπάνε σαν να βρίσκονται σε μια διαρκή φωτογράφιση.Κι έχουν στήσει ένα αδιόρατο τείχος που τους περιχαρακώνει ατομικά, θέτει όρια, μην πλησιάσεις, μην έρθεις πιο κοντά, θα με τσαλακώσεις. 
Τα φιλιά είναι στον αέρα - μη φύγει το κραγιόν, οι αγκαλιές δε φέρνουν τα σώματα κοντά, δημιουργούν πυραμίδες όπου οι ώμοι και τα χέρια ακουμπάνε ενώ το υπόλοιπο σώμα μένει ανέπαφο- μη χαλάσεις το μαλλί, μην τσαλακώσεις το ρούχο, μη ΜΕ τσαλακώσεις.
 Άνθρωποι -μοντέλα. 
Οι Ατσαλάκωτοι.

Βαρέθηκε. Πήρε αγκαλιά το βιβλίο που διάβαζε , τύλιξε το κόκκινο κασκώλ της γερά γύρω από το λαιμό κι άπλωσε πανιά και πάλι.Στο παγκάκι τού άφησε να τη θυμάται ένα σημείωμα:
« ..μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου. Τρομάζεις, γιατί από τη στιγμή που θα καταλάβεις ότι υπάρχει η δύναμη αυτή , δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άναντρες πράξεις σου, για τη ζωή σου τη χαμένη ...».  *

Από τότε που είχε μάθει σε αυτή τη δύναμη, δεν μπορούσαν τα μάτια και η ψυχή της να αντέξουν σε ζωές χαμένες ....

------------* Καζαντζάκης. Εισαγωγή στο «Ο Καπετάν Μιχάλης»

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Orange day...





Δεν κατάλαβε κανένας πότε και πώς έγινε.
 Ίσως το μεσημεράκι που είχαν κλείσει τα παράθυρα κι είχαν τραβήξει τις κουρτίνες. Μα, νωρίς το απόγευμα που άνοιξαν και πάλι τα πατζούρια κάτι είχε αλλάξει ολοκάθαρα.

Ήταν μια μέρα ράθυμη που κυλούσε νωχελικά κάτω από ένα λαμπρό και ζεστό ήλιο παρότι ήταν Δεκέμβρης και η προηγούμενη βδομάδα είχε σηκώσει αγέρα και βροχή. Στη γειτονιά είχε απλωθεί μια μυρωδιά απροσδιόριστη που ώρα με την ώρα γινόταν πιο έντονη. Μύριζε δροσιά και μέλι σα γρασίδι μετά τη βροχή , σα μια κούπα ζεστό τσάι με κανέλα.
 Άναψαν τα μάγουλα, κουμπιά χαλάρωσαν, μανίκια σηκώθηκαν, γέμισε χρώμα το κορμί και άνθισε μες στο χειμώνα. Οι κοπελιές λίγωσαν και κοιτούσαν από το παράθυρο δαγκώνοντας τα χείλη και σκουπίζοντας μικρές σταλαγματιές ιδρώτα ανάμεσα στα στήθη.
Ο ουρανός γαλάζωνε φωτεινός με άσπρα μπαμπακένια σύννεφα και τα φύλλα στα δέντρα θρόιζαν μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι γλυκό για λουλούδια και θάλασσες, για αγάπες και έρωτα, για αγόρια και κορίτσια ,για χείλη με υγρό ροζ και πάλλευκα χέρια. Μια προσμονή αναδεύτηκε στα σπλάχνα όλων και μέχρι το βράδυ είχε γίνει ανυπομονησία.

Η επόμενη μέρα είχε έναν κίτρινο ήλιο και πάλι καρφιτσωμένο ψηλά και πάλι μπουμπούκια στο στόμα και μουσική στα μάτια. Ένας σκύλος έπαιζε με ένα πορτοκάλι στο πάρκο και τα σπουργίτια περίμεναν πιο πέρα να πάρουν μερτικό στο πιοτό σα βαριόταν το σκυλί .
    
 Τις επόμενες μέρες οι γειτονιές γέμισαν κορμιά, νεαρά με σκέρτσο και γεμάτα μηνύματα αλλά και μεστωμένα που έτρεμαν κι αυτά από λαχτάρα και θύμισες. Τα χείλη άνοιγαν , τα κεφάλια έσκυβαν ελαφρά σε χαιρετισμό, τα βλέμματα διασταυρώνονταν φευγαλέα και έφευγαν, γύριζαν και αντάμωναν, πετούσαν νευρικά σαν πουλιά γύρω-γύρω.
     Κάτι τραβούσε τον κόσμο έξω από τους τοίχους των σπιτιών, μακριά από τα γραφεία και σεργιάνιζε αργά-αργά κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο τον τρελό. Πρώτη φορά τα μαγαζιά σε πλατείες είχαν τόση κίνηση μεσοχείμωνα, οι ταβέρνες έχυναν κρασί και ουζάκι και τσίπουρο με τις κανάτες, τα τηγάνια άναβαν και μαζί με το γαλλικό και αμερικάνικο άρωμα της μόδας έσμιγαν οι μυρωδιές από θαλασσινά, από αλάτι και πιπέρι και ρίγανη και φέτα. Παρέες βρίσκονταν και χώριζαν με ένα τραγούδι, τηλέφωνα ανταλλάσσονταν , πόθοι και όνειρα και πάθη έμπλεκαν σε γιουρούσι και χτυπούσαν καταμεσήμερο ή μέσα στα μεσάνυχτα τις θύρες. Κι αυτές άνοιγαν. Δεν υπήρχαν κάστρα πια, μήτε πανοπλίες, μήτε διαχωριστικά, μήτε προσωπεία. Μόνο ο έρωτας που είχε κατακάτσει θαρρείς σε κάθε γωνιά, σε κάθε γωνιά μαζί με ένα πορτοκάλι.
     Αμέτρητα πορτοκάλια είχαν γεμίσει μέρα με τη μέρα πάρκα και παρτέρια και γειτονιές. Εμφανίζονταν στις γωνιές, πηδούσαν από τα μπαλκόνια, κατρακυλούσαν στα πεζοδρόμια και έπαιρναν δρόμο να συναντηθούν με άλλα στο παρακάτω στενό κι από εκεί να απλωθούν και πάλι στις διπλανές αυλές ή να χαθούν στις γραμμές των τραίνων, να μπουν στα λεωφορεία της γραμμής, να σεργιανίσουν με τα τραμ και να χωθούν κρυφά σε ένα ταξί. Χέρια τα ανακάλυπταν μέσα στις τσέπες ή στις τσάντες τους κι εγώ χθες είδα ένα να σεργιανίζει στο Σούνιο, ανάμεσα στις κολώνες και τις πέτρες.
    Κι όσο αυτά έκοβαν βόλτες , τόσο η πόλη γέμιζε άρωμα που ανάγκαζε τις πόρτες και τα παράθυρα να ανοίγουν και τους ανθρώπους να ξεχύνονται έξω.
Τι όμορφες μέρες ήταν εκείνες τότε.

Σαν εμφανιστούν και πάλι να το ξέρεις:  όταν σου φωνάζω πορτοκάλι να βγαίνεις ...

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Σκάκι

Το Σκάκι

Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα
--
Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις
---
Έλα να παίξουμε...
Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
--
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις
--
Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...
-- Μανώλης Αναγνωστάκης --

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Δήθεν

-->
--> -->


Αυτή πρέπει να ήταν। Την κοιτούσε πίσω από το σηκωμένο στα χείλη του ποτήρι με whisky 15 ετών. Όταν πλησίαζε κι άλλο θα ήταν σίγουρος. Μέτρια στο ύψος, με καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους, ελαφρές καμπύλες τυλιγμένες σε μαύρο φόρεμα κι ένα κοραλλί κραγιόν- άσχημη επιλογή. Παπούτσια και νύχια σε κόκκινο χρώμα που θα μπορούσε να είναι αισθησιακό αλλά έμοιαζε φτηνό. Προσποιητό.
Ναι, αυτή ήταν. Είχε πλησιάσει και μπορούσε να την μυρίσει. Μύριζε φόβο.
Πώς ήταν εκείνο το έργο του Ζίσκιντ, το Άρωμα; Έτσι κι αυτός, μπορούσε να μυρίσει και να ξεχωρίσει τον άλλον από μέτρα μακριά μόνο με τη βοήθεια της μύτης του. Ο φόβος μύριζε σαν καθαρό οινόπνευμα, μάλλον σαν τη μυρωδιά οξυζενέ - αυτή που μύριζαν τα νοσοκομεία- ανακατεμένο με τυρί. Δεν ήθελε να περιγράφει έτσι τα συναισθήματα γιατί ξέπεφταν σε κάτι αισχρό και βρώμικο. Ο ίδιος προτιμούσε-αν και όποτε μιλούσε, και μιλούσε σπάνια- να τα περιγράφει σαν αρώματα βοτάνων και λουλουδιών. Τέλος πάντων, να τα περιγράφει σαν κάτι οικείο προς τον συνομιλητή του και κυρίως σαν κάτι που δεν θα τον σόκαρε.
Αλλά αυτή μύριζε πολύ έντονα οξυζενέ και τυρί.
Κατάπιε μια γερή γουλιά από το ποτό του. Ζωγράφος με τη δεύτερή της έκθεση σε μεγάλη γκαλερί της πρωτεύουσας. Οι πρώτες έγιναν σε δημαρχεία και δημόσιους χώρους του χωριού της και σε πολιτιστικούς συλλόγους. Είχε δημοσιεύσει και μια ποιητική συλλογή με δικά της έξοδα φυσικά, αλλά χωρίς επιτυχία ιδιαίτερη. Μάλλον, χωρίς καθόλου επιτυχία. Τώρα όμως λεγόταν ότι κοιμόταν με την ιδιοκτήτρια της γκαλερί κι έτσι άρχισε η καριέρα της κάτω από τα μεγάλα φώτα.
Αξιολύπητο. Δεν ήταν καν ομοφυλόφιλη.
Μπήκε αδιάφορα στην παρέα με την οποία μιλούσε και βρήκε την ευκαιρία να την παρακολουθήσει καλύτερα. Κίβδηλη. Τα μάτια της πάνω του όταν έπεσαν του το είπαν . Χρυσαφένια μάτια με μικρά πράσινα στίγματα , πιο ξέθωρα από την πέτρα στο δερμάτινο δαχτυλίδι που φορούσε στο δεξί παράμεσο. Κάπνιζε και έφτυνε τις λέξεις με σκληρότητα δήθεν και με μια αίσθηση γνώσης- δήθεν κι αυτή.
Ήπιε άλλη μια γουλιά. Απόψε σίγουρα θα ήταν στο κρεβάτι του. Μέχρι το τέλος του μήνα θα την είχε έτοιμη για αυτά που ήθελε.
Απομακρύνθηκε για να ξανακάνει μια βόλτα στη γκαλερί.
Δήθεν.
Αξιολύπητη.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

That wall...

(Dali, two harlequins, 1942)


"...Ωραίος είναι ο κόσμος που ζούμε! Ποιος είναι τόσο απατεώνας
που να μη βλέπει αυτήν την ολοφάνερη σκευωρία;
Kαι ποιος είναι τόσο αναιδής που λέει πως δεν βλέπει τίποτε;
Κακοφτιαγμένος ο κόσμος και όλα θα καταστραφούν,
αφού πρέπει τέτοια κακά σωπαίνοντας να βλέπεις..."

(Σαίξπηρ, Ριχάρδος Γ', πράξη 3, σκηνή 6)


```` ```````````````````````````````````

Ξημερωθήκαμε με έναν τοίχο καταμεσής του χωραφιού μας.
Αρχικά βέβαια ανακαλύψαμε μία σειρά από πέτρες σε ευθεία, που διέσχιζαν τον χώρο.
«Περίεργο», σκεφτήκαμε και ανάψαμε τσιγάρο. Συσκεφθήκαμε λίγο πάνω στο πότε να έγινε άραγε αυτό κι αν ήταν από χθες το απόγευμα που δουλεύαμε εκεί ή κάποιος το έκανε το βράδυ. Στη συνέχεια γυρίσαμε την πλάτη.

Την άλλη μέρα είχε εξελιχθεί σε μικρό τοιχαλάκι. Ρωτήσαμε το γείτονα αλλά δεν ήξερε τίποτα ούτε είχε δει κάτι. Έτσι το βρήκε το ξημέρωμα κι απορούσε τι το θέλαμε.
Κάναμε χάζι, μάλιστα αφήναμε εκεί πάνω τα εργαλεία μας για να μην τρέχουμε στην άλλη άκρη του χωραφιού. Καθόμασταν πάνω του να πιούμε ένα καφέ , να καπνίσουμε λίγο, φωνάξαμε και 2-3 χωριανούς να το δουν και να πούνε τη γνώμη τους. Η τοπική εφημερίδα το έκανε σχόλιο στις πίσω σελίδες με τα κοινωνικά.

Την τρίτη μέρα είχε προχωρήσει σε μήκος όπως και ύψος. Έφτανε τώρα στο ένα μέτρο. Ήταν Σάββατο και τα παιδιά του χωριού έφτασαν κι ανακάλυψα ότι μερικά είχαν ζωγραφίσει καρδιές, που τις πλήγωνε ένα βέλος κι εκείνες μάτωναν βουβά.
Αρχίσαμε να ανησυχούμε, αλλά κατέφθασε το απόγευμα ένας φωτογράφος και δυο - τρεις στάθηκαν να φωτογραφηθούν, τινάζοντας το χώμα από τα ρούχα τους και δοκιμάζοντας το «καλό» τους χαμόγελο, αυτό που κρατούσαν για γιορτές κι άλλες επίσημες μέρες.
Αρνήθηκα να είμαι στο πλάνο και κάπνιζα στη σκιά μιας κυδωνιάς κοιτώντας προβληματισμένος την ομάδα που απλωνόταν, μαζευόταν, γονάτιζε κι έδειχνε το καλό της προφίλ κατά τις προσταγές του φωτογράφου.
« Έπρεπε να βγάλεις τις ρίζες», άκουσα μια φωνή και προς στιγμή νόμισα ότι μίλησα δυνατά.
Γύρισα κι είδα πίσω μου τον τρελό του χωριού.
«Ο Σπόρος φυτρώνει όταν βρει χώμα κι όταν τον ποτίζεις» συνέχισε να λέει μαζεύοντας αγριοξινάκια σε ένα βρώμικο σάκο και έφυγε σκυφτός.