Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Πάμε;



Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο.
Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο.
Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο.

Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά.

Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη. Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο.
Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του '80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση που φέρουν μια γυναίκα και 2-3 παιδιά.

Εκτός από μένα στο μαγαζί ήταν δύο άντρες σε ένα τραπεζάκι κοντά στην πόρτα, με σκούρα ρούχα και σκονισμένο βλέμμα, το οποίο με ακολουθούσε από τη στιγμή που μπήκα. Τώρα, ο ένας είχε γυρίσει δήθεν διακριτικά την καρέκλα προκειμένου να ρίχνει πλάγιες ματιές προς το μέρος μου. Αισθάνθηκα να παρακολουθείται κάθε κίνησή μου μέχρι να φέρω στα χείλη το τσιγάρο και να το ανάψω. Σκέφτηκα προς στιγμή να τους δώσω κάτι να με θυμούνται , αλλά προτίμησα να μείνω ήσυχη περιμένοντας να χάσουν το ενδιαφέρον τους.

Το ποτό έμοιαζε καθαρό και αρκετή η δόση και οι πρώτες γουλιές ήταν τόσο απολαυστικές όσο το νερό μια ζεστή μέρα.
Το πρώτο έφερε το δεύτερο και στη συνέχεια το τρίτο προτού ζητήσω κάτι να φάω.
Ένα πιάτο με πατάτες και αυγά τηγανισμένα σε ταγγισμένο λάδι και φέτες ντομάτες γύρω με σκοτεινή όψη , προσγειώθηκε μπροστά μου.

Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα με έντεχνα ελληνικά. Κατάλαβα ότι είχε νυχτώσει όταν η μουσική άλλαξε σε rock και τη θέση της ξανθιάς πίσω από τη μπάρα πήρε ένας τύπος με καράφλα και -τι συνηθισμένο- μια κοτσίδα λεπτή και άνευρη.

Είχα πάει ήδη 2 φορές στην τουαλέτα και περίμενα το επόμενο ποτό όταν άκουσα δίπλα μου μια βραχνή φωνή κι ένα σφηνάκι με Jack Daniel's στη θέση της Absolut.
Γυρνώντας αντικρίζω ένα χαμόγελο. Γένια κάποιων ημερών, κοντά σγουρά μαλλιά με γκρίζες τούφες διάσπαρτες, τζην και μαύρα.

Καλά τα πας , σκέφτηκα.
Προφανώς είχε γλιστρήσει στο διπλανό σκαμπό αθόρυβα όσο παράγγελνα.
Έτσι κι αλλιώς είχα πάψει από ώρα να κοιτάζω την πόρτα. Δεν περίμενα πια τίποτα.

- Πάμε; ρώτησε.

Για λίγο έμεινα να τον κοιτώ χωρίς να καταλαβαίνω. Βόλτα τώρα που αρχίζει η νύχτα;

Συνειδητοποίησα όμως ότι εννοούσε το σφηνάκι, καθώς είχε σηκώσει το δικό του και με κοίταζε. Σήκωσα το δικό μου.

- Και δεν πάμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: