Αναρτήσεις

noname...

Εικόνα
Μου έδωσαν όνομα. Ήταν νύχτα κι είχαν γεμίσει οι ώρες μου το χρώμα της αμαρτίας όταν απρόσκλητοι νονοί ξεπρόβαλαν πίσω από τις σκιές των αναστεναγμών μου. Δεμένη χειροπόδαρα με βύθισαν σε νερά ποταμού θολά ρίχνοντας στο πρόσωπο οξύ. Μου έδωσαν όνομα! Και δεν με άφησαν ανώνυμη πλέον να γυρίζω στους πόθους σας, οι άθλιοι ζητιάνοι του έρωτά μου...

notes...

Εικόνα
Φεύγοντας έβαψα τους τοίχους σου γκρίζους αφήνοντας στην πόρτα την ερώτηση που έκανα συνεχώς "Αλήθεια, πόσες φορές χαράμισες τη νύχτα με τα μάτια στον ουρανό, ελπίζοντας στην απάντηση, εκείνη την ίδια που τρέμεις; "

Σαν ψέμα

Εικόνα
" 'Aνοιξέ μου» , ακούστηκε η φωνή σου στο σκοτάδι. Μιλούσες ψιθυριστά, με το ύφος της κατάκτησης και της διαταγής. Αυτό το ύφος που με έκανε να λιώνω , να βυθίζομαι στον άλλο μου εαυτό και να υποτάσσομαι στη θέλησή σου. Εγώ, η μαριονέτα σου. Πλησίασα στο παράθυρο και το άνοιξα. Στεκόμουν εκεί ,γυμνή μπροστά σου να σε κοιτώ να λούζεσαι στη βροχή. Σταγόνες κυλούσαν από τα μακριά σου μαλλιά στους ώμους και μια μικρή είχε αρχίζει να στάζει στο μάγουλο. Την μάζεψα με το δάχτυλο και την έφερα στα χείλη. «Δεν είναι αλμυρή», σου είπα και γύρισα την πλάτη. Δεν ρώτησα πώς βρέθηκες στο μπαλκόνι μου πάνω από τη θάλασσα, σε ένα διαμέρισμα που δεν ήξερες ότι υπάρχει. Χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα αναριγώντας. Δεν μίλησες. Έμεινες όρθιος με τα χέρια στις τσέπες από ένα βρεγμένο, μαύρο, μακρύ παλτό. Πότε γκριζάρισαν έτσι τα μαλλιά σου; Άραγε τα μάτια σου είχαν πάντα αυτό το πράσινο χρώμα; Πόσα ήθελα να σου πω. «Είμαι άρρωστη» με άκουσα να λέω. Γδύθηκες και ξάπλωσες δίπλα μου βάζοντας τα χέρια...
Εικόνα
Ένα μικρό αγέρι σήκωσε κεφάλι μέσα στο λιόγερμα πάνω από την κορυφή του χαμηλότερου λόφου. Δεν το πρόσεξε κανείς καθώς κατηφόριζε στην κοιλάδα των αναμνήσεων κι ανενόχλητο σκάλεψε τα φύλλα ενός γερασμένου παπύρου. Τον ρώτησε από ποιο δρόμο πάνε στην αμαρτία κι ο γέροντας, ξύνοντας με απορία το κεφάλι του, του έδειξε το Νότο. "Από εκεί ήρθα", ψιθύρισε ντροπαλά. "Τότε επέστρεψε και πάρε φόρα. Θέλει δύναμη το πάθος της ευλογημένης στιγμής".

Νόμοι Φυσικής

Εικόνα
Ήμουν εδώ. Το μοναδικό σχετικό σταθερό σημείο σε μια θάλασσα που κινείται αδιάκοπα. Μια θάλασσα θλίψης γελοίας κι άδικης για το Τίποτα μετουσιωμένο στο Άπαν από Αδιάφορες ώρες και λέξεις που ανοίγουν σήραγγες για το τραίνο του άφθαρτου. Ήμουν εδώ, Σημείο σχετικό σε ένα Σύμπαν που κινείται γύρω του, κι έμαθα νόμους δράσης κι ορμής μέσα σε εξήντα δεύτερα. Τόσο χρειάστηκε η ζωή να πέσει στο δρόμο από το μπαλκόνι στιγμής γελοία θλιμμένης.

memory

Εικόνα
H σκιά μου, μια ακόμη μακριά μαύρη κηλίδα στο βρώμικο πάτωμα , ξεπροβάλει πριν από εμένα από την κρεβατοκάμαρα και κυλάει αργά σε ένα άδειο σαλόνι. Ρίχνω αδιάφορη ματιά στην τρύπα που χάσκει στα δεξιά μου, εκεί που κάποτε υπήρχε ένας τοίχος βαμμένος γκρίζος. Από τότε που έπεσε η βόμβα δεν θυμάμαι οσμές και πρόσωπα, μόνο χρώματα. Ένα χοντρό σχοινί κρατώ στο χέρι, τυλιγμένο στο λαιμό πάνινης κούκλας που σέρνω ξοπίσω μου μήνες τώρα. Περίμενα το νέο φεγγάρι να ανατείλει προτού αποφασίσω να ξεμυτίσω κάτω από το κρεβάτι. Κλειδώνω την εξώπορτα και ρίχνω το κλειδί στην οπή που χάσκει ανάμεσα στα σαπισμένα δόντια μου. Εδώ υπήρχε κάποτε ένας κήπος. Σήμερα αναδύει τον θάνατο κάτω από τα σαπισμένα φύλλα στη ρίζα του γυμνού πλατανιού. Τα κλαδιά γδέρνουν πατούσες ,γάμπες και μάγουλα και μπερδεύονται στα κόκκινα μαλλιά μου. Θα φτάσω στο ψηλότερο κλαδί. Κι εκεί θα κρεμάσω αυτό που πριν πολλά χρόνια το έλεγες «μνήμη».

απόψε

Εικόνα
Φταίει η ψύχρα που κάνει τα βράδια. Ίσως... Κι ο αέρας που έχει σηκώσει το πέλαγος. Ίσως... Κλειδώνω την πόρτα μου και κατεβαίνω τις σκάλες. Λεκέδες από καφέ δείχνουν πως κάποιος ξύπνησε άσχημα σήμερα και κατέβηκε τα σκαλοπάτια με μισόκλειστα μάτια.Από τον ήλιο ή από τα όνειρα της νύχτας; Μπαίνω στο αυτοκίνητο μα η γάτα που έχει ξαπλώσει στο καπώ δε λέει να σηκωθεί, μόνο με κοιτάει με τα πράσινά της μάτια κατάματα και περιμένει χωρίς να την ενοχλήσει ο θόρυβος της μηχανής. Στρίβω το κλειδί ξανά και περιμένω. Η αναμέτρηση αυτή την βρίσκει νικητή και βγαίνω από το αυτοκίνητο. Πηδάει στο δρόμο, κάνει 3 βήματα και γυρίζει να με κοιτάξει. Την ακολουθώ μέχρι που το μονοπάτι γίνεται στενό κι ανηφορικό και διστάζω μπροστά σε μια μικρή διασταύρωση μα εκείνη εξακολουθεί να κινείται αργά κάτω από τα πεύκα σε μια περιοχή που δεν αναγνωρίζω πια. Ο χρόνος και ο τόπος έχουν αλλάξει ταυτότητα εδώ και ώρα και το φόρεμα που θέλησα να οχυρώσει την αδυναμία μου να αντέξω την μέρα, ...