Αναρτήσεις

Εικόνα
Δεν έμεινα μόνη μαζί του. Εσύ με άφησες. Με ξέχασες εκεί. Περπατώ πίσω του, βλέπω την κίνηση που κάνει όταν στρώνει τα μαλλιά του, τις απαλές κινήσεις καθώς κοιτάζει γύρω πριν περάσει το δρόμο, την καμπύλη της πλάτης όταν σκύβει να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, τις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια τις γκριζαρισμένες τούφες στα μαλλιά του, το λερωμένο του πουκάμισο. Δεν είμαι δική του. Δική σου είμαι. Δεν έμεινα επειδή το ήθελα. Εσύ με ξέχασες. Τριγυρίζω στο γραφείο του, στη γειτονιά, στο σπίτι του. Κάθομαι στο τραπέζι που τρώει, στον πάγκο που πίνει καφέ, στο μπαρ που συχνάζει, στο γήπεδο που φωνάζει, στο εστιατόρειο που προτιμά, στο στενό που παρκάρει. Τον κοιτώ όταν ξυπνάει με μάτια θολά, όταν γυμνός κάνει ντουζ, όταν ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη, όταν στριφογυρίζει πριν κοιμηθεί και όταν ροχαλίζει σαν είναι κουρασμένος. Κάποια στιγμή ήμουν εκεί σαν γέλασε με ένα σκασμένο μπαλόνι, σαν τραγουδούσε σε σκοτεινό σοκάκι, σαν κολυμπούσε, σαν λιαζόταν στον ήλιο, σαν βρεχόταν στη βροχή. Ήμουν εκεί...
Εικόνα
Ήταν Κ άποιος. Κάποτε. Αυτό ήταν. Και τώρα; Τώρα ...Είναι κάποιος. Με μικρό κ στην αρχή. Ο οποιοσδήποτε. Ψηλάφισε το σακάκι του κι ένας μικρός αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη. Εκεί ήταν ακόμα. Η συντροφιά του. Αχώριστοι οι δυο τους. Ένα μικρό ασημένιο φλασκί με ουίσκυ στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Ασημένιο φλασκί. Εξακολουθώ να έχω στυλ τουλάχιστον, σκέφτηκε και χαμογέλασε με εκείνο το στραβό χαμόγελο, που άλλοι έτρεμαν κι εκείνος μισούσε. Άλλο ένα υπήρχε στο συρτάρι του γραφείου του. Αυτό το κ . Πόσα κρέμονται από το μέγεθος ενός γράμματος. Ένα κ . Με τρεις γραμμές, με μακρύ το ένα σκέλος , που έκανε μια μικρή καμπύλη προς τα πάνω, κατεβαίνοντας από τη γραμμή του τετραδίου και ξαναγυρνώντας την έγλειφε πριν απομακρυνθεί και πάλι. Αποτέλεσμα της πίεσης της μητέρας του -παλιάς σχολής , που θεωρούσε την καλλιγραφία απαραίτητο στοιχείο καλής αγωγής και εκπαίδευσης. Έτσι από νωρίς πάσχιζε να σκαλίσει στο χαρτί ουρίτσες και γραμμές που καμπύλωναν και ανορθώνονταν αυτάρεσκα. Σελίδε...

Hey, you!

Εικόνα
- Έι! Εσύ! Του έκανα νόημα να πλησιάσει. Γύρισε τάχα ξαφνιασμένος, αλλά τον είχα δει να με κοιτάζει κλεφτά από την ώρα που του έφεραν τον καφέ. Τράβηξε την καρέκλα και κάθισε. Έβγαλε ένα βρώμικο κουτί σπίρτα από την τσέπη του παντελονιού του κι άρχισε να παίζει με αυτό χωρίς να μιλάει. Έστριψα ένα τσιγάρο και του το έδωσα. - Πού γύριζες; - Εδώ κι εκεί , απάντησε φυσώντας τον καπνό και κοιτάζοντας ακόμα πίσω από τον ώμο του. Έσκυψα και του έπιασα το χέρι. Τρομαγμένος προσπάθησε να το τραβήξει και ξανάριξε ανήσυχες ματιές γύρω του. - Πες μου. Ακόμα σε κυνηγάνε; - Σςςςςς! Έβαλε την παλάμη στο στόμα μου και με κοίταξε για πρώτη φορά καταπρόσωπο. Κόκκινα τα μάτια του, θολά, τυλιγμένα σε ομίχλη. Φίλησα την παλάμη που μου έκλεινε το στόμα. Σφάλισε τα μάτια και την άφησε λίγο ακόμα πάνω στα χείλη μου. Πήρε μια βαθειά ανάσα με τα μάτια μισοκλεισμένα και την τράβηξε αργά. Έκανε ακόμα μια ρουφηξιά με χαμηλωμένο το κεφάλι. - Είδα το αυτοκίνητο στο γκρεμό. Και το ίδιο βράδυ τη φιγούρα σου σε ένα ...
Εικόνα
Απλώθηκε Ξανά και ξανά Ώσπου να φτάσει στις άκριες του πόνου Συρρικνώθηκε Πάλι Ώσπου η νύχτα να αποκτήσει από την αρχή το αμόλυντο μαύρο Μη διαπραγματεύσιμη υπήρξε η στιγμή η ώρα Και ο χρόνος Ένα στεφάνι από άγανα Ένα ποδήλατο χωρίς ακτίνες Μία φωτογραφία ξεθωριασμένη Η περιουσία Του απέθαντου λόγου Του απέθαντου πόθου

noname...

Εικόνα
Μου έδωσαν όνομα. Ήταν νύχτα κι είχαν γεμίσει οι ώρες μου το χρώμα της αμαρτίας όταν απρόσκλητοι νονοί ξεπρόβαλαν πίσω από τις σκιές των αναστεναγμών μου. Δεμένη χειροπόδαρα με βύθισαν σε νερά ποταμού θολά ρίχνοντας στο πρόσωπο οξύ. Μου έδωσαν όνομα! Και δεν με άφησαν ανώνυμη πλέον να γυρίζω στους πόθους σας, οι άθλιοι ζητιάνοι του έρωτά μου...

notes...

Εικόνα
Φεύγοντας έβαψα τους τοίχους σου γκρίζους αφήνοντας στην πόρτα την ερώτηση που έκανα συνεχώς "Αλήθεια, πόσες φορές χαράμισες τη νύχτα με τα μάτια στον ουρανό, ελπίζοντας στην απάντηση, εκείνη την ίδια που τρέμεις; "

Σαν ψέμα

Εικόνα
" 'Aνοιξέ μου» , ακούστηκε η φωνή σου στο σκοτάδι. Μιλούσες ψιθυριστά, με το ύφος της κατάκτησης και της διαταγής. Αυτό το ύφος που με έκανε να λιώνω , να βυθίζομαι στον άλλο μου εαυτό και να υποτάσσομαι στη θέλησή σου. Εγώ, η μαριονέτα σου. Πλησίασα στο παράθυρο και το άνοιξα. Στεκόμουν εκεί ,γυμνή μπροστά σου να σε κοιτώ να λούζεσαι στη βροχή. Σταγόνες κυλούσαν από τα μακριά σου μαλλιά στους ώμους και μια μικρή είχε αρχίζει να στάζει στο μάγουλο. Την μάζεψα με το δάχτυλο και την έφερα στα χείλη. «Δεν είναι αλμυρή», σου είπα και γύρισα την πλάτη. Δεν ρώτησα πώς βρέθηκες στο μπαλκόνι μου πάνω από τη θάλασσα, σε ένα διαμέρισμα που δεν ήξερες ότι υπάρχει. Χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα αναριγώντας. Δεν μίλησες. Έμεινες όρθιος με τα χέρια στις τσέπες από ένα βρεγμένο, μαύρο, μακρύ παλτό. Πότε γκριζάρισαν έτσι τα μαλλιά σου; Άραγε τα μάτια σου είχαν πάντα αυτό το πράσινο χρώμα; Πόσα ήθελα να σου πω. «Είμαι άρρωστη» με άκουσα να λέω. Γδύθηκες και ξάπλωσες δίπλα μου βάζοντας τα χέρια...