Αναρτήσεις

ssshh...secretly...

Εικόνα
Ένας μικρός κυκλώνας κλωθογύριζε κάμποσες μέρες πάνω από τον τόπο τούτο όπου κατακάθισε η σκόνη. Κάτι γεννιόταν από κάτω. Ένιωθα κραδασμούς, μικρά ραγίσματα σαν αναπνοές. Κι εγώ καθόμουν αμέτοχη να αφουγκράζομαι τις νύχτες και το καταμεσήμερο να ακονίζω τα μάτια μου στους κόκκους περιμένοντας ..Τι; Δεν ξέρω. Μα κάτι εγκυμονούσε τούτη δω η σκόνη. Σαν ζωντανή ανάσαινε, κινιόταν αμυδρά. Tο ξέρω, χωρίς παρόλα αυτά να μπορώ να το περιγράψω. Ησυχία. Κι όμως, από κάτω εκρήξεις ένιωθα να γεννιούνται. Τις ένιωθα στους πόρους μου κι ανατρίχιαζε το δέρμα. Μα, να το αποδείξω δεν κάτεχα πώς. Δεν είχα τολμήσει να αγγίξω ούτε έναν κόκκο από αυτή την ξανθοκόκκινη μάζα κι όταν καμιά φορά ο αέρας έσπρωχνε κάτι προς εμέ, τα πόδια μου τινάζονταν προς τα πίσω. Όλο το κορμί μου τιναζόταν προς τα πίσω. Σαν να φοβόμουν μήπως η ανθρώπινή μου φύση επηρεάσει το αλλόκοτο που ένιωθα να συντελείται κρυφά.

Παίζοντας κουτσό....

Εικόνα
Θα ήθελα να μπορούσα να σας μιλήσω. Να περιγράψω τις μέρες που πέρασα καρφωμένη σε ένα ξύλινο φάτνωμα παρέα με μια μικρή αράχνη. Εκεί ψηλά, να αισθάνομαι πως βυθίζομαι στο σκοτάδι. Και το ρολόι με σπασμένους δείκτες καρφωμένους στο μυαλό μου Να ήμουν ικανή να εκφράσω την παράνοια .Το λαβύρινθο που παλινδρομούσα με την τρέλα και την κατάθλιψη, σφιχταγκαλιασμένα αδέρφια. Όμως δεν έμαθα ποτέ λέξεις να σκαλίζω όμορφες. Ούτε τα γράμματα που διδάχτηκα σχημάτισαν ποτέ τη λέξη Βοήθεια. Είχα ράψει το στόμα με μια σκουριασμένη σακοράφα - η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα μου, που την κουβαλώ μήπως και μάθω πώς να την χρησιμοποιώ σωστά. Έφυγες νωρίς βλέπεις και ποτέ δεν μου μίλησες , δεν μου εξήγησες. Την έχω κρυμμένη σε μια μικρή ρυτίδα δίπλα από τα χείλη και με αυτήν με ματώνω, ράβω το στόμα και τα αυτιά- μα, δεν έμαθα τα μάτια μου να ράβω. Με την ίδια τσιμπώ τις παλάμες μου και τους μηρούς μου για να ξυπνήσω όταν πέφτω σε ύπνο άρρωστο. Και να ΄μαι τώρα μπροστά σας να παίζω κουτσό. Να έχω ζω...
Εικόνα
Δεν έμεινα μόνη μαζί του. Εσύ με άφησες. Με ξέχασες εκεί. Περπατώ πίσω του, βλέπω την κίνηση που κάνει όταν στρώνει τα μαλλιά του, τις απαλές κινήσεις καθώς κοιτάζει γύρω πριν περάσει το δρόμο, την καμπύλη της πλάτης όταν σκύβει να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, τις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια τις γκριζαρισμένες τούφες στα μαλλιά του, το λερωμένο του πουκάμισο. Δεν είμαι δική του. Δική σου είμαι. Δεν έμεινα επειδή το ήθελα. Εσύ με ξέχασες. Τριγυρίζω στο γραφείο του, στη γειτονιά, στο σπίτι του. Κάθομαι στο τραπέζι που τρώει, στον πάγκο που πίνει καφέ, στο μπαρ που συχνάζει, στο γήπεδο που φωνάζει, στο εστιατόρειο που προτιμά, στο στενό που παρκάρει. Τον κοιτώ όταν ξυπνάει με μάτια θολά, όταν γυμνός κάνει ντουζ, όταν ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη, όταν στριφογυρίζει πριν κοιμηθεί και όταν ροχαλίζει σαν είναι κουρασμένος. Κάποια στιγμή ήμουν εκεί σαν γέλασε με ένα σκασμένο μπαλόνι, σαν τραγουδούσε σε σκοτεινό σοκάκι, σαν κολυμπούσε, σαν λιαζόταν στον ήλιο, σαν βρεχόταν στη βροχή. Ήμουν εκεί...
Εικόνα
Ήταν Κ άποιος. Κάποτε. Αυτό ήταν. Και τώρα; Τώρα ...Είναι κάποιος. Με μικρό κ στην αρχή. Ο οποιοσδήποτε. Ψηλάφισε το σακάκι του κι ένας μικρός αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη. Εκεί ήταν ακόμα. Η συντροφιά του. Αχώριστοι οι δυο τους. Ένα μικρό ασημένιο φλασκί με ουίσκυ στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Ασημένιο φλασκί. Εξακολουθώ να έχω στυλ τουλάχιστον, σκέφτηκε και χαμογέλασε με εκείνο το στραβό χαμόγελο, που άλλοι έτρεμαν κι εκείνος μισούσε. Άλλο ένα υπήρχε στο συρτάρι του γραφείου του. Αυτό το κ . Πόσα κρέμονται από το μέγεθος ενός γράμματος. Ένα κ . Με τρεις γραμμές, με μακρύ το ένα σκέλος , που έκανε μια μικρή καμπύλη προς τα πάνω, κατεβαίνοντας από τη γραμμή του τετραδίου και ξαναγυρνώντας την έγλειφε πριν απομακρυνθεί και πάλι. Αποτέλεσμα της πίεσης της μητέρας του -παλιάς σχολής , που θεωρούσε την καλλιγραφία απαραίτητο στοιχείο καλής αγωγής και εκπαίδευσης. Έτσι από νωρίς πάσχιζε να σκαλίσει στο χαρτί ουρίτσες και γραμμές που καμπύλωναν και ανορθώνονταν αυτάρεσκα. Σελίδε...

Hey, you!

Εικόνα
- Έι! Εσύ! Του έκανα νόημα να πλησιάσει. Γύρισε τάχα ξαφνιασμένος, αλλά τον είχα δει να με κοιτάζει κλεφτά από την ώρα που του έφεραν τον καφέ. Τράβηξε την καρέκλα και κάθισε. Έβγαλε ένα βρώμικο κουτί σπίρτα από την τσέπη του παντελονιού του κι άρχισε να παίζει με αυτό χωρίς να μιλάει. Έστριψα ένα τσιγάρο και του το έδωσα. - Πού γύριζες; - Εδώ κι εκεί , απάντησε φυσώντας τον καπνό και κοιτάζοντας ακόμα πίσω από τον ώμο του. Έσκυψα και του έπιασα το χέρι. Τρομαγμένος προσπάθησε να το τραβήξει και ξανάριξε ανήσυχες ματιές γύρω του. - Πες μου. Ακόμα σε κυνηγάνε; - Σςςςςς! Έβαλε την παλάμη στο στόμα μου και με κοίταξε για πρώτη φορά καταπρόσωπο. Κόκκινα τα μάτια του, θολά, τυλιγμένα σε ομίχλη. Φίλησα την παλάμη που μου έκλεινε το στόμα. Σφάλισε τα μάτια και την άφησε λίγο ακόμα πάνω στα χείλη μου. Πήρε μια βαθειά ανάσα με τα μάτια μισοκλεισμένα και την τράβηξε αργά. Έκανε ακόμα μια ρουφηξιά με χαμηλωμένο το κεφάλι. - Είδα το αυτοκίνητο στο γκρεμό. Και το ίδιο βράδυ τη φιγούρα σου σε ένα ...
Εικόνα
Απλώθηκε Ξανά και ξανά Ώσπου να φτάσει στις άκριες του πόνου Συρρικνώθηκε Πάλι Ώσπου η νύχτα να αποκτήσει από την αρχή το αμόλυντο μαύρο Μη διαπραγματεύσιμη υπήρξε η στιγμή η ώρα Και ο χρόνος Ένα στεφάνι από άγανα Ένα ποδήλατο χωρίς ακτίνες Μία φωτογραφία ξεθωριασμένη Η περιουσία Του απέθαντου λόγου Του απέθαντου πόθου

noname...

Εικόνα
Μου έδωσαν όνομα. Ήταν νύχτα κι είχαν γεμίσει οι ώρες μου το χρώμα της αμαρτίας όταν απρόσκλητοι νονοί ξεπρόβαλαν πίσω από τις σκιές των αναστεναγμών μου. Δεμένη χειροπόδαρα με βύθισαν σε νερά ποταμού θολά ρίχνοντας στο πρόσωπο οξύ. Μου έδωσαν όνομα! Και δεν με άφησαν ανώνυμη πλέον να γυρίζω στους πόθους σας, οι άθλιοι ζητιάνοι του έρωτά μου...