Αναρτήσεις

Δήθεν

Εικόνα
--> --> --> Αυτή πρέπει να ήταν। Την κοιτούσε πίσω από το σηκωμένο στα χείλη του ποτήρι με whisky 15 ετών. Όταν πλησίαζε κι άλλο θα ήταν σίγουρος. Μέτρια στο ύψος, με καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους, ελαφρές καμπύλες τυλιγμένες σε μαύρο φόρεμα κι ένα κοραλλί κραγιόν- άσχημη επιλογή. Παπούτσια και νύχια σε κόκκινο χρώμα που θα μπορούσε να είναι αισθησιακό αλλά έμοιαζε φτηνό. Προσποιητό. Ναι, αυτή ήταν. Είχε πλησιάσει και μπορούσε να την μυρίσει. Μύριζε φόβο. Πώς ήταν εκείνο το έργο του Ζίσκιντ, το Άρωμα; Έτσι κι αυτός, μπορούσε να μυρίσει και να ξεχωρίσει τον άλλον από μέτρα μακριά μόνο με τη βοήθεια της μύτης του. Ο φόβος μύριζε σαν καθαρό οινόπνευμα, μάλλον σαν τη μυρωδιά οξυζενέ - αυτή που μύριζαν τα νοσοκομεία- ανακατεμένο με τυρί. Δεν ήθελε να περιγράφει έτσι τα συναισθήματα γιατί ξέπεφταν σε κάτι αισχρό και βρώμικο. Ο ίδιος προτιμούσε-αν και όποτε μιλούσε, και μιλούσε σπάνια- να τα περιγράφει σαν αρώματα βοτάνων και λουλουδιών. Τέλος πάν...

That wall...

Εικόνα
(Dali, two harlequins, 1942) "...Ωραίος είναι ο κόσμος που ζούμε! Ποιος είναι τόσο απατεώνας που να μη βλέπει αυτήν την ολοφάνερη σκευωρία; Kαι ποιος είναι τόσο αναιδής που λέει πως δεν βλέπει τίποτε; Κακοφτιαγμένος ο κόσμος και όλα θα καταστραφούν, αφού πρέπει τέτοια κακά σωπαίνοντας να βλέπεις..." (Σαίξπηρ, Ριχάρδος Γ', πράξη 3, σκηνή 6) ```` ``````````````````````````````````` Ξημερωθήκαμε με έναν τοίχο καταμεσής του χωραφιού μας. Αρχικά βέβαια ανακαλύψαμε μία σειρά από πέτρες σε ευθεία, που διέσχιζαν τον χώρο. «Περίεργο», σκεφτήκαμε και ανάψαμε τσιγάρο. Συσκεφθήκαμε λίγο πάνω στο πότε να έγινε άραγε αυτό κι αν ήταν από χθες το απόγευμα που δουλεύαμε εκεί ή κάποιος το έκανε το βράδυ. Στη συνέχεια γυρίσαμε την πλάτη. Την άλλη μέρα είχε εξελιχθεί σε μικρό τοιχαλάκι. Ρωτήσαμε το γείτονα αλλά δεν ήξερε τίποτα ούτε είχε δει κάτι. Έτσι το βρήκε το ξημέρωμα κι απορούσε τι το θέλαμε. Κάναμε χάζι, μάλιστα αφήναμε εκεί πάνω τα εργαλεία μας για να μην τρέχουμε στην άλλη άκρη το...

will you?...

Εικόνα
- Λοιπόν, θα πολεμούσες για μένα; Η βραδιά ξεκίνησε κι εγώ ακόμα ετοιμαζόμουν και βαριόμουν. Αποφάσισα όμως να ξεκολλήσω για λίγο από τη μιζέρια που με έτρεφε μήνες και μήνες και να βαφτώ με τα χρώματα του πολέμου που διενεργείται σε μπαρ και clubs. Κοιτούσα τον εαυτό μου σε ένα σκονισμένο καθρέφτη κρατώντας στο χέρι τη μάσκαρα, όταν τον είδα να με κοιτά πίσω και να μου κλείνει το μάτι. Λες; Το ροζ κραγιόν θάφτηκε στο ντουλάπι που κοιμόταν καιρό και ανέσυρα εκείνο το παλιό, το κατακόκκινο. Απόψε δε με νοιάζει τίποτα. -Αλήθεια βαριόσουν να βγεις; Έβαλα τα γέλια σηκώνοντας το 4o ποτήρι βότκα και ήπια την τελευταία γουλιά. Έσβησα το τσιγάρο. - Πάμε μια βόλτα κόντρα στον άνεμο. Είσαι; Με κοίταξε πίσω από τα μακριά του μαλλιά κι ύστερα πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα δικά μου. Όλο το βράδυ είχε πιει ένα μόνο ποτήρι κόκκινο κρασί κι αναρωτιόμουν αν ήταν ικανό για να υψώσει τα φτερά του κάποτε. Μια περίεργη ύπαρξη που προέκυψε στο μισοσκόταδο ενός μπαρ. Γνωστός στην παρέα, άγνωστος σε εμέν...

Μικρός εγώ...

Εικόνα
Είμαι ένας μικρός δολιοφθορέας. Δε με πιστεύετε γιατί τα πρωινά, κάτω από το φως της μέρας, αποδυναμωμένος γυρίζω και συστήνομαι με ένα χαμόγελο κι ένα λουλούδι στα μαλλιά. Ανδρόγυνη φιγούρα. Μα δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας μικρός δολιοφθορέας. Περιμένω στη γωνία απολαμβάνοντας το τσιγάρο μου και καραδοκώ. Είμαι εκείνος που ξεπροβάλλει κάτω από το μαξιλάρι σαν κλείσετε τα μάτια και τότε ανασύρω εικόνες, λέξεις, αγωνίες και τις στοιβάζω στα βλέφαρά σας ακκιδώνοντας τα όνειρά σας με τα Πρέπει και Μη. Ω,ναι! Εγώ είμαι εκείνος που σκαλίζω τη μνήμη και ξεθάβω φαντάσματα. Εκείνος που στήνει μπροστά σας τα πιο κρυμμένα μυστικά, τις πιο σκληρές λέξεις, τη μία έστω αποτυχία σας, τις απιστίες, τα ψέματα, τους φόβους. Ω,ναι! Είμαι εκείνος που παίζει με τους φόβους σας. Εκείνος που διατάζει τα σύννεφα να μαζευτούν μέσα στο καλοκαίρι του χαμόγελού σας. Είμαι εκείνος που δένει τις χαρές σας και με αγκίστρια τις σύρει στο βυθό της λύπης. Εκείνος που ανασύρει τις ελλείψεις σας για να προβάλλει τον ...

Gimme a mask!

Εικόνα
"Περάστε! Περάστε! Ελάτε στη σκηνή μας και θαυμάστε. Απόψε κοντά σας ο μοναδικός , ο ένας, ο άντρας με τα δύο πρόσωπα". Ψιτ! Εδώ, πίσω από την κολώνα. Άδικα προσπαθείς τελάλη. Κόσμος δεν θα έρθει. Βλέπεις, εδώ, στη μικρή μας πόλη όλοι έχουμε δύο πρόσωπα. Τι; Δεν το ήξερες; Μα, καλά, πώς και εμφανιστήκατε σε αυτό το κομμάτι γης που το έχουν ξεχάσει όλοι; Ναι, λοιπόν, δύο πρόσωπα έχουμε. Έλα λίγο πιο δω. Μη μας δουν. Θα καταλάβεις. Ωραία, εδώ δεν έχει πολύ φως. Μη φοβάσαι και μην κοιτάς πίσω σου. Δεν κινδυνεύεις από μένα και κανένας δεν θα μπει στην σκηνή σου. Σου λέω,δύο πρόσωπα.Ένα την ημέρα κι ένα τη νύχτα. Δεν ξέρω πώς και πότε έγινε αυτό. Από πάντα. Ξέρω πολλούς, πολλούς μα την αλήθεια, που έχουν φυλαγμένα σε σεντούκια από έβενο, ξύλο που δε φύτρωσε ποτέ σε τούτα τα μέρη- άγνωστο πώς γέμισε ο τόπος μας, ο κόσμος μας, ο μικρό-κοσμός μας, με αυτά- έχουν φυλαγμένα λοιπόν προσωπεία κι άλλα, κληρονομιά από τους προπαππούδες τους. Τα κρατάνε φυλαγμένα και τα φροντίζουν. Ανοίγο...

χωρίς αρχή...

Εικόνα
Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου. Ίσως και να ήταν χρόνια εκεί περιμένοντας το αύριο κι εγώ τον είδα μόλις σήμερα. «Πρέπει να σταματήσω να τριγυρνώ στα σοκάκια νύχτες που δεν έχει φεγγάρι», σκέφτηκα. Μα ήταν αυτή η βροχή που άρχισε να πέφτει κι έκανε τους τοίχους διάφανους και το ταβάνι ασφυκτικά χαμηλό. 'Aνοιξα την πόρτα παίρνοντας μαζί μου ένα κόκκινο γεράνι κι ένα μαύρο παλτό συντροφιά και κλείδωσα πίσω μου τις αναμνήσεις. Η φλόγα από το σπίρτο που τρεμόπαιξε στο σκοτάδι με έκανε να σταθώ και ξεχώρισα τη φιγούρα του στα σκαλιά ενός παλιού σπιτιού. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το στριφτό του και με κοίταξε. «Θέλεις ένα;», με ρώτησε. Κάθισα δίπλα του χωρίς να απαντήσω. «Πόσα χρόνια γυρνάς ξυπόλητη στη βροχή;», συνέχισε να ρωτάει στρίβοντας τσιγάρο. «Δεν θυμάμαι»,απάντησα κι ανασήκωσα τους ώμους κοιτάζοντας απορημένη τις γυμνές μου πατούσες. 'Aραγε να του πω ότι χάρισα τις μπότες μαζί με τη μνήμη μου σε ένα λευκό άλογο πέρυσι το φθινόπωρο όταν δραπέτευσα από έναν κατάμαυρο πίνακα; Δ...

Πάμε;

Εικόνα
Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο. Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο. Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο. Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά. Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη. Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο. Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του '80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση ...