Αναρτήσεις

Βράχος

Εικόνα
Κοιτάω για άλλη μια φορά το κινητό.  Δεν μπορεί, είπε ότι θα στείλει μήνυμα μετά.  Ήχος μηνύματος. Ναι, μήνυμα!   Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Δεν   ξέρω , δεν κάθομαι να σκεφτώ γιατί. Με κάθε δυνατό χτύπο ισιώνει το κορμί, ακόμα και οι κινήσεις μου γίνονται πιο απαλές, σαν χορός σε πίστα δική μου.   Απαντώ. Δεν ήταν εκείνος. Κι άλλο μήνυμα. Τώρα θα είναι αυτός! Άλλος. Πρώην. Κουβεντιάζουμε, με φλερτάρει, υπονοούμενα, υποσχέσεις, σχεδιάζει, με ονειρεύεται, με θέλει. Δεν θέλω. Κλείνω το τηλέφωνο και ξεσπώ σε κλάματα. Πώς ήρθαν αυτά; Κλαίω με αναφιλητά για αρκετή ώρα, σαν μπόρα που ξέσπασε .   Από πού ήρθαν αυτά ,ξαναρωτώ. Το στομάχι πονάει. Δεν θα μαρτυρήσω ποτέ πόσο πονάει όταν του μιλώ, όταν τον σκέφτομαι, όταν δεν με σκέφτεται. Δεν είμαι για εκείνον   το αερικό. Είμαι ο βράχος. Δεν θέλω να είμαι βράχος, να είμαι βαριά, να έχω ρίζες. Δεν θέλω!   Πετάω το κινητό στον τοίχο. Θέλω να πετάω, να ακολουθώ τον άνεμο, να θροΐζω με τα φύλλ...

δεν χωράω

Εικόνα
Η μέρα που δεν χωράς θα'ρθει. Είναι η στιγμή που σε ξεγελά, σε πιάνει στον ύπνο και ξυπνάς με την σκιά σου αλλαγμένη. Χαμόγελα σκαλίζεις με μια ακίδα μικροσκοπική και όλοι χειροκροτούν στο πανηγύρι της τρελής.  Μα, στενεύεσαι. Όλο στενεύεσαι. Και έρχεται η μέρα που παύεις να προσπαθείς να χωρέσεις στους άλλους. Φοράς το καφτάνι σου,σανδάλια και ένα μαντήλι στα μαλλιά κι απλώνεσαι σε μαξιλάρες στον κήπο, κάτω από τη λεμονιά, με παρέα έναν μαύρο σκύλο που  κρύβει ξωτικά στις πατούσες του. Και με έναν  πολύχρωμο μύλο. Κάθε που τον φυσάς και γυρνά ένα φύλλο πέφτει από τα μαλλιά σου.  Πού θα πάει. Θα πέσουν όλοι αυτοί που κατακάθισαν πάνω σου σαν σκόνη.

Κουτσό...

Εικόνα
Θα ήθελα να μπορούσα να σας μιλήσω. Να περιγράψω τις μέρες που πέρασα καρφωμένη σε ένα ξύλινο φάτνωμα παρέα με μια μικρή αράχνη. Εκεί ψηλά, να αισθάνομαι πως βυθίζομαι στο σκοτάδι. Και το ρολόι με σπασμένους δείκτες καρφωμένους στο μυαλό μου Να ήμουν ικανή να εκφράσω την παράνοια .Το λαβύρινθο που παλινδρομούσα με την τρέλα και την κατάθλιψη, σφιχταγκαλιασμένα αδέρφια. Όμως δεν έμαθα ποτέ λέξεις να σκαλίζω όμορφες. Ούτε τα γράμματα που διδάχτηκα σχημάτισαν ποτέ τη λέξη Βοήθεια. Είχα ράψει το στόμα με μια σκουριασμένη σακοράφα - η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα μου, που την κουβαλώ μήπως και μάθω πώς να την χρησιμοποιώ σωστά. Έφυγες νωρίς βλέπεις και ποτέ δεν μου μίλησες , δεν μου εξήγησες. Την έχω κρυμμένη σε μια μικρή ρυτίδα δίπλα από τα χείλη και με αυτήν με ματώνω, ράβω το στόμα και τα αυτιά- μα, δεν έμαθα τα μάτια μου να ράβω. Με την ίδια τσιμπώ τις παλάμες μου και τους μηρούς μου για να ξυπνήσω όταν πέφτω σε ύπνο άρρ ωστο.   Και να ΄μαι τώρα μπρ...

Σε ένα παγκάκι

Εικόνα
Σήκωσε αέρα και μια γκρίζα μέρα άπλωσε πανιά. Έσπασε τα σχοινιά και ξεκίνησε. Πέρασε δίπλα από κάδους απορριμμάτων, κυνήγησε ένα σκύλο, έφυγε από το μονοπάτι για να πατήσει τα πεσμένα φύλλα και να ακούσει τον ήχο τους σαν έσπαζαν από τα βήματά της, έφτασε σε μια πλατεία και ερωτεύτηκε ένα παγκάκι κάτω από έναν πλάτανο.  Εκεί αποφάσισε να μείνει. Για λίγο.Κοιτούσε μέρες πίσω από τα μαύρα της γυαλιά κι όλο ανακάλυπτε νέες φάτσες.Μα όλες, όλες, ανήκαν στο ίδιο γένος: αυτό των Ατσαλάκωτων. Κινούνται σαν να ποζάρουν λες κι ένας αόρατος φακός τους σημαδεύει κάθε λεπτό και παίρνουν πόζες, κάνουν μουτράκια, στέλνουν φιλιά στον αέρα, ντύνονται, βάφονται, χαμογελούν, τρώνε, πίνουν, τσακώνονται, αγαπάνε σαν να βρίσκονται σε μια διαρκή φωτογράφιση.Κι έχουν στήσει ένα αδιόρατο τείχος που τους περιχαρακώνει ατομικά, θέτει όρια, μην πλησιάσεις, μην έρθεις πιο κοντά, θα με τσαλακώσεις.  Τα φιλιά είναι στον αέρα - μη φύγει το κραγιόν, οι αγκαλιές δε φέρνουν τα σώματα κοντά,...

Orange day...

Εικόνα
Δεν κατάλαβε κανένας πότε και πώς έγινε.  Ίσως το μεσημεράκι που είχαν κλείσει τα παράθυρα κι είχαν τραβήξει τις κουρτίνες. Μα, νωρίς το απόγευμα που άνοιξαν και πάλι τα πατζούρια κάτι είχε αλλάξει ολοκάθαρα. Ήταν μια μέρα ράθυμη που κυλούσε νωχελικά κάτω από ένα λαμπρό και ζεστό ήλιο παρότι ήταν Δεκέμβρης και η προηγούμενη βδομάδα είχε σηκώσει αγέρα και βροχή. Στη γειτονιά είχε απλωθεί μια μυρωδιά απροσδιόριστη που ώρα με την ώρα γινόταν πιο έντονη. Μύριζε δροσιά και μέλι σα γρασίδι μετά τη βροχή , σα μια κούπα ζεστό τσάι με κανέλα.  Άναψαν τα μάγουλα, κουμπιά χαλάρωσαν, μανίκια σηκώθηκαν, γέμισε χρώμα το κορμί και άνθισε μες στο χειμώνα. Οι κοπελιές λίγωσαν και κοιτούσαν από το παράθυρο δαγκώνοντας τα χείλη και σκουπίζοντας μικρές σταλαγματιές ιδρώτα ανάμεσα στα στήθη. Ο ουρανός γαλάζωνε φωτεινός με άσπρα μπαμπακένια σύννεφα και τα φύλλα στα δέντρα θρόιζαν μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι γλυκό για λουλούδια και θάλασσες, για αγάπες και έρωτα, για αγόρια και κορίτσια...

Σκάκι

Το Σκάκι Έλα να παίξουμε... Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη Θα σου χαρίσω τους πύργους μου Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου Έχουν πεθάνει από καιρό πριν από μένα -- Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις --- Έλα να παίξουμε... Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω! Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω -- Μονάχα ετούτο τον τ...

Δήθεν

Εικόνα
--> --> --> Αυτή πρέπει να ήταν। Την κοιτούσε πίσω από το σηκωμένο στα χείλη του ποτήρι με whisky 15 ετών. Όταν πλησίαζε κι άλλο θα ήταν σίγουρος. Μέτρια στο ύψος, με καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους, ελαφρές καμπύλες τυλιγμένες σε μαύρο φόρεμα κι ένα κοραλλί κραγιόν- άσχημη επιλογή. Παπούτσια και νύχια σε κόκκινο χρώμα που θα μπορούσε να είναι αισθησιακό αλλά έμοιαζε φτηνό. Προσποιητό. Ναι, αυτή ήταν. Είχε πλησιάσει και μπορούσε να την μυρίσει. Μύριζε φόβο. Πώς ήταν εκείνο το έργο του Ζίσκιντ, το Άρωμα; Έτσι κι αυτός, μπορούσε να μυρίσει και να ξεχωρίσει τον άλλον από μέτρα μακριά μόνο με τη βοήθεια της μύτης του. Ο φόβος μύριζε σαν καθαρό οινόπνευμα, μάλλον σαν τη μυρωδιά οξυζενέ - αυτή που μύριζαν τα νοσοκομεία- ανακατεμένο με τυρί. Δεν ήθελε να περιγράφει έτσι τα συναισθήματα γιατί ξέπεφταν σε κάτι αισχρό και βρώμικο. Ο ίδιος προτιμούσε-αν και όποτε μιλούσε, και μιλούσε σπάνια- να τα περιγράφει σαν αρώματα βοτάνων και λουλουδιών. Τέλος πάν...

That wall...

Εικόνα
(Dali, two harlequins, 1942) "...Ωραίος είναι ο κόσμος που ζούμε! Ποιος είναι τόσο απατεώνας που να μη βλέπει αυτήν την ολοφάνερη σκευωρία; Kαι ποιος είναι τόσο αναιδής που λέει πως δεν βλέπει τίποτε; Κακοφτιαγμένος ο κόσμος και όλα θα καταστραφούν, αφού πρέπει τέτοια κακά σωπαίνοντας να βλέπεις..." (Σαίξπηρ, Ριχάρδος Γ', πράξη 3, σκηνή 6) ```` ``````````````````````````````````` Ξημερωθήκαμε με έναν τοίχο καταμεσής του χωραφιού μας. Αρχικά βέβαια ανακαλύψαμε μία σειρά από πέτρες σε ευθεία, που διέσχιζαν τον χώρο. «Περίεργο», σκεφτήκαμε και ανάψαμε τσιγάρο. Συσκεφθήκαμε λίγο πάνω στο πότε να έγινε άραγε αυτό κι αν ήταν από χθες το απόγευμα που δουλεύαμε εκεί ή κάποιος το έκανε το βράδυ. Στη συνέχεια γυρίσαμε την πλάτη. Την άλλη μέρα είχε εξελιχθεί σε μικρό τοιχαλάκι. Ρωτήσαμε το γείτονα αλλά δεν ήξερε τίποτα ούτε είχε δει κάτι. Έτσι το βρήκε το ξημέρωμα κι απορούσε τι το θέλαμε. Κάναμε χάζι, μάλιστα αφήναμε εκεί πάνω τα εργαλεία μας για να μην τρέχουμε στην άλλη άκρη το...

will you?...

Εικόνα
- Λοιπόν, θα πολεμούσες για μένα; Η βραδιά ξεκίνησε κι εγώ ακόμα ετοιμαζόμουν και βαριόμουν. Αποφάσισα όμως να ξεκολλήσω για λίγο από τη μιζέρια που με έτρεφε μήνες και μήνες και να βαφτώ με τα χρώματα του πολέμου που διενεργείται σε μπαρ και clubs. Κοιτούσα τον εαυτό μου σε ένα σκονισμένο καθρέφτη κρατώντας στο χέρι τη μάσκαρα, όταν τον είδα να με κοιτά πίσω και να μου κλείνει το μάτι. Λες; Το ροζ κραγιόν θάφτηκε στο ντουλάπι που κοιμόταν καιρό και ανέσυρα εκείνο το παλιό, το κατακόκκινο. Απόψε δε με νοιάζει τίποτα. -Αλήθεια βαριόσουν να βγεις; Έβαλα τα γέλια σηκώνοντας το 4o ποτήρι βότκα και ήπια την τελευταία γουλιά. Έσβησα το τσιγάρο. - Πάμε μια βόλτα κόντρα στον άνεμο. Είσαι; Με κοίταξε πίσω από τα μακριά του μαλλιά κι ύστερα πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα δικά μου. Όλο το βράδυ είχε πιει ένα μόνο ποτήρι κόκκινο κρασί κι αναρωτιόμουν αν ήταν ικανό για να υψώσει τα φτερά του κάποτε. Μια περίεργη ύπαρξη που προέκυψε στο μισοσκόταδο ενός μπαρ. Γνωστός στην παρέα, άγνωστος σε εμέν...

Μικρός εγώ...

Εικόνα
Είμαι ένας μικρός δολιοφθορέας. Δε με πιστεύετε γιατί τα πρωινά, κάτω από το φως της μέρας, αποδυναμωμένος γυρίζω και συστήνομαι με ένα χαμόγελο κι ένα λουλούδι στα μαλλιά. Ανδρόγυνη φιγούρα. Μα δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας μικρός δολιοφθορέας. Περιμένω στη γωνία απολαμβάνοντας το τσιγάρο μου και καραδοκώ. Είμαι εκείνος που ξεπροβάλλει κάτω από το μαξιλάρι σαν κλείσετε τα μάτια και τότε ανασύρω εικόνες, λέξεις, αγωνίες και τις στοιβάζω στα βλέφαρά σας ακκιδώνοντας τα όνειρά σας με τα Πρέπει και Μη. Ω,ναι! Εγώ είμαι εκείνος που σκαλίζω τη μνήμη και ξεθάβω φαντάσματα. Εκείνος που στήνει μπροστά σας τα πιο κρυμμένα μυστικά, τις πιο σκληρές λέξεις, τη μία έστω αποτυχία σας, τις απιστίες, τα ψέματα, τους φόβους. Ω,ναι! Είμαι εκείνος που παίζει με τους φόβους σας. Εκείνος που διατάζει τα σύννεφα να μαζευτούν μέσα στο καλοκαίρι του χαμόγελού σας. Είμαι εκείνος που δένει τις χαρές σας και με αγκίστρια τις σύρει στο βυθό της λύπης. Εκείνος που ανασύρει τις ελλείψεις σας για να προβάλλει τον ...

Gimme a mask!

Εικόνα
"Περάστε! Περάστε! Ελάτε στη σκηνή μας και θαυμάστε. Απόψε κοντά σας ο μοναδικός , ο ένας, ο άντρας με τα δύο πρόσωπα". Ψιτ! Εδώ, πίσω από την κολώνα. Άδικα προσπαθείς τελάλη. Κόσμος δεν θα έρθει. Βλέπεις, εδώ, στη μικρή μας πόλη όλοι έχουμε δύο πρόσωπα. Τι; Δεν το ήξερες; Μα, καλά, πώς και εμφανιστήκατε σε αυτό το κομμάτι γης που το έχουν ξεχάσει όλοι; Ναι, λοιπόν, δύο πρόσωπα έχουμε. Έλα λίγο πιο δω. Μη μας δουν. Θα καταλάβεις. Ωραία, εδώ δεν έχει πολύ φως. Μη φοβάσαι και μην κοιτάς πίσω σου. Δεν κινδυνεύεις από μένα και κανένας δεν θα μπει στην σκηνή σου. Σου λέω,δύο πρόσωπα.Ένα την ημέρα κι ένα τη νύχτα. Δεν ξέρω πώς και πότε έγινε αυτό. Από πάντα. Ξέρω πολλούς, πολλούς μα την αλήθεια, που έχουν φυλαγμένα σε σεντούκια από έβενο, ξύλο που δε φύτρωσε ποτέ σε τούτα τα μέρη- άγνωστο πώς γέμισε ο τόπος μας, ο κόσμος μας, ο μικρό-κοσμός μας, με αυτά- έχουν φυλαγμένα λοιπόν προσωπεία κι άλλα, κληρονομιά από τους προπαππούδες τους. Τα κρατάνε φυλαγμένα και τα φροντίζουν. Ανοίγο...

χωρίς αρχή...

Εικόνα
Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου. Ίσως και να ήταν χρόνια εκεί περιμένοντας το αύριο κι εγώ τον είδα μόλις σήμερα. «Πρέπει να σταματήσω να τριγυρνώ στα σοκάκια νύχτες που δεν έχει φεγγάρι», σκέφτηκα. Μα ήταν αυτή η βροχή που άρχισε να πέφτει κι έκανε τους τοίχους διάφανους και το ταβάνι ασφυκτικά χαμηλό. 'Aνοιξα την πόρτα παίρνοντας μαζί μου ένα κόκκινο γεράνι κι ένα μαύρο παλτό συντροφιά και κλείδωσα πίσω μου τις αναμνήσεις. Η φλόγα από το σπίρτο που τρεμόπαιξε στο σκοτάδι με έκανε να σταθώ και ξεχώρισα τη φιγούρα του στα σκαλιά ενός παλιού σπιτιού. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το στριφτό του και με κοίταξε. «Θέλεις ένα;», με ρώτησε. Κάθισα δίπλα του χωρίς να απαντήσω. «Πόσα χρόνια γυρνάς ξυπόλητη στη βροχή;», συνέχισε να ρωτάει στρίβοντας τσιγάρο. «Δεν θυμάμαι»,απάντησα κι ανασήκωσα τους ώμους κοιτάζοντας απορημένη τις γυμνές μου πατούσες. 'Aραγε να του πω ότι χάρισα τις μπότες μαζί με τη μνήμη μου σε ένα λευκό άλογο πέρυσι το φθινόπωρο όταν δραπέτευσα από έναν κατάμαυρο πίνακα; Δ...

Πάμε;

Εικόνα
Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο. Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο. Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο. Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά. Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη. Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο. Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του '80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση ...

An alien.....

Εικόνα
Συναντήθηκα με τη μοίρα μου σε ένα μπαρ μέρα μεσημέρι. Είχα κρυφτεί εκεί μη με πετύχει ο ήλιος. Με κοίταξε και παράγγειλε ό,τι έπινα χαμογελώντας. Έτσι δε γίνεται; Συναντάς τη μοίρα σου στο μονοπάτι που έχεις πάρει για να της ξεφύγεις.* Ταξίδευα όλη τη νύχτα και ξημερώθηκα ανάμεσα σε χαμηλά βουνά με πολλές ελιές. Όταν ο ήλιος μού έδειξε τα δόντια του απειλητικά, μπήκα σε ένα βενζινάδικο αναζητώντας καύσιμα για το αυτοκίνητο και πληροφορίες για μένα. Ατύχησα. Ο βενζινάς λίγο μεγαλύτερος μου, με γυαλάκια σοφιστικέ, κοντό ξανθό μαλλί και κόκκινη μπλούζα, μου χαμογέλασε τόσο γλυκά κι αθώα, σαν λύκος χορτασμένος , που δεν άντεξα να του χαλάσω το όνειρο. Φορώντας το μικρό μου ροζ χαμόγελο που ξεγελά, για να του αποσπάσω την προσοχή από τα σημάδια με αίμα στην πλάτη, έπιασα κουβέντα για τον καιρό. Κέρδισα ένα καλό πλύσιμο στο παρμπρίζ αλλά έφυγα βλαστημώντας χαμηλόφωνα μέσα από τα δόντια μου, αφού δεν έμαθα αυτό που ήθελα. Δεν ήξερα σε ποια πόλη ήμουν. Θυμάμαι ότι λίγα χιλιόμετρα πριν πέρασ...

I'm shooting U...

Εικόνα
- Σου χρωστάω. Ουφ, το κεφάλι μου γυρίζει από τις βότκες, πεινάω κιόλας κι αυτή από πάνω μου να με κοιτά και να μου μιλά. Τα μαλλιά της βρώμικα και ανακατεμένα πέφτουν στους ώμους, πάνω από μια ζακέτα πλεκτή, γαλάζια θαρρώ. Γαλάζια και τα μάτια της, αλλά όσο ξημερώνει μοιάζει να ξεθωριάζει το χρώμα . Ναι, κοίτα! Ρέει προς τις άκρες, κυλάει στις ρυτίδες δίπλα από τα μάτια, κατεβαίνει στη μύτη, γεμίζει γαλάζιο χρώμα τα χείλη.Τρέχει μια σταγόνα στο πηγούνι και σκάει πάνω στο χέρι μου. Τινάζομαι ξαφνιασμένη. Και κουρασμένη. Βαρέθηκα τον πόνο και το παράπονο του καθενός. Λες μια κουβέντα κι αρχίζει η ιστορία- χιλιοειπωμένη- σχετικά με βάσανα και πόνο. Λες και πρέπει να μετρήσουμε τον πόνο μας να δούμε ποιος είναι πιο μεγάλος.Έλεος πια! Τί να γυρεύει η ομορφούλα μέσα στο κέντρο με μουσική και καπνούς; - Τι θέλεις , καλή μου; Προσπαθώ να είμαι ήρεμη. - Σου χρωστάω. Εσύ το είπες. Πίνω άλλη μια γουλιά από τη βότκα μου μήπως και θυμηθώ. Στρίβω και τσιγάρο να κερδίσω χρόνο. Το ανάβω και φυσώ ψηλά...

Karim....

Εικόνα
Σκούπισε με το μανίκι το μέτωπο που έσταζε από τον ιδρώτα του μεσημεριού. Ανάμεσα στα τελευταία κτίρια της μικρής πόλης αισθανόταν ζαλισμένος από τη μπόχα που ανέδυαν μικρά, πλινθόκτιστα σπίτια, μονώροφα κυρίως, μιας γειτονιάς όπου τα πιτσιρίκια έτρεχαν ξυπόλητα κυνηγώντας αποστεωμένα σκυλιά και γάτες με μαδημένες ουρές κι αυτιά. Αναρωτήθηκε αν το αυτοκίνητο θα τον περίμενε ακόμα στο παλιό γκαράζ όπου θα το φυλούσε ένας γέροντας τον οποίο πλήρωσε σχετικά καλά. Τράβηξε την παλιά σιδερένια πόρτα που έγρουξε ασθματικά ,κλωτσώντας κάποιες κότες που μπερδεύονταν στα πόδια του. Ευτυχώς ήταν εκεί το όχημα αν και μερικές ακόμα κότες ξεπετάχτηκαν κάτω από τις ρόδες όταν έβαλε μπροστά τη μηχανή, αφήνοντας κακαρίσματα και φτερά στον αέρα. Ήταν καιρός να φύγει. Με κόπο, με πίκρα και πόνο πήρε την απόφαση για το ταξίδι της επιστροφής. Έλεγξε τον δείκτη της βενζίνης. Το ήξερε! Ο γέροντας έκρινε σκόπιμο να τον φορολογήσει και με παρακράτηση καυσίμων που άντλησε από το ντεπόζιτο. Μια βρισιά στη γλώσσα...

Στην υγειά μας...

Εικόνα
Ένιωθε την υγρασία να μπαίνει από το παντελόνι αλλά δεν την ένοιαζε. Είχε βρέξει το βράδυ βλέπεις. Απέμεινε να κοιτάζει τη βουνοκορφή πολλή ώρα . Τα σύννεφα, γκρίζα και γεμάτα βροχή ,είχαν κρύψει την κορυφή. Μάλλον, την είχαν πνίξει ασφυκτικά με το βάρος τους κι έμοιαζε να κατεβαίνουν ακόμα περισσότερο προς τα κάτω. Της άρεσε να σκέφτεται ότι εκεί πάνω δεν ήταν έτσι όπως φαινόταν από εδώ. Θα ζούσαν κάποιοι θεοί μέσα στο φως κι είχαν απλά τραβήξει προς τα κάτω την κουρτίνα για να μπορούν να πλάθουν όνειρα. 'Ισως για να καταστρώσουν σχέδια μοχθηρά, κρυμμένοι από τα μάτια των θνητών. Είχε πάρει το αυτοκίνητό της πριν ξημερώσει και κατευθύνθηκε στην παλιά μονή, που τα ερείπιά της υψώνονταν σε ένα λόφο πάνω από το χωριό. Εδώ ανέβαιναν τουρίστες το καλοκαίρι μα τώρα ήταν μεσοχείμωνο και δεν θα έβρισκε κόσμο. Ακόμα και ο παππούς που ανέβαινε κάποτε να φέρει τις κατσίκες του να βοσκήσουν από ένα μαντρί πιο δίπλα, είχε πεθάνει πριν 2 χρόνια και οι δυο του γιοί , επιχειρηματίες στην πρωτεύου...

Στάκα βρε...

Εικόνα
Ανάβω τσιγάρο ξαπλωμένη και φυσώ τον καπνό στο ταβάνι. Μέσα από το ποτήρι με τη βότκα διακρίνω κάποια σημάδια στο ταβάνι. Μάλλον τα υπολείμματα του τελευταίου που πέρασε νύχτα το διαμέρισμά μου. Κι αναρωτιόμουν πού χάθηκε τόσο καιρό. Έχοντας βρει μια απάντηση που δε με ενδιαφέρει και τόσο άνοιξα τον υπολογιστή μου. Κεφάλαιο..... Γαμώτο! Σε ποιο κεφάλαιο είμαι; Είπα να γράψω την αυτο-βιογραφία μου προτού κάποιος άθλιος συγγενής ξεράσει ψέματα για μένα σε άσπρο μάρμαρο. 'Εβαλα τα ανίψια μου να υποσχεθούν ότι στην κηδεία μου θα με σκεπάσουν με κόκκινα γαρύφαλλα και μπουκέτα από ροζ τουλίπες. Σιχαίνομαι το άσπρο. Μου θυμίζει νοσοκομείο. Και το ροζ σιχαίνομαι. Όχι όμως σε τ ουλίπες. Σκέφτομαι σοβαρά να προγραμματίσω να γυρίσω σε επόμενη ζωή , όχι σαν σκύλος που ποθώ, αλλά ως αλογόμυγα, για να τυραννώ στη ραστώνη μισητών καλοκαιριών. Αλείφομαι με λάδι μαυρίσματος και απλώνομαι στο κρεβάτι. Διεγνώσθη αλλεργία στο ηλιακό φως κι αποφάσια να μαυρίσω κάτω από κόκκινα αμπαζούρ σε ένα...

ssshh...secretly...

Εικόνα
Ένας μικρός κυκλώνας κλωθογύριζε κάμποσες μέρες πάνω από τον τόπο τούτο όπου κατακάθισε η σκόνη. Κάτι γεννιόταν από κάτω. Ένιωθα κραδασμούς, μικρά ραγίσματα σαν αναπνοές. Κι εγώ καθόμουν αμέτοχη να αφουγκράζομαι τις νύχτες και το καταμεσήμερο να ακονίζω τα μάτια μου στους κόκκους περιμένοντας ..Τι; Δεν ξέρω. Μα κάτι εγκυμονούσε τούτη δω η σκόνη. Σαν ζωντανή ανάσαινε, κινιόταν αμυδρά. Tο ξέρω, χωρίς παρόλα αυτά να μπορώ να το περιγράψω. Ησυχία. Κι όμως, από κάτω εκρήξεις ένιωθα να γεννιούνται. Τις ένιωθα στους πόρους μου κι ανατρίχιαζε το δέρμα. Μα, να το αποδείξω δεν κάτεχα πώς. Δεν είχα τολμήσει να αγγίξω ούτε έναν κόκκο από αυτή την ξανθοκόκκινη μάζα κι όταν καμιά φορά ο αέρας έσπρωχνε κάτι προς εμέ, τα πόδια μου τινάζονταν προς τα πίσω. Όλο το κορμί μου τιναζόταν προς τα πίσω. Σαν να φοβόμουν μήπως η ανθρώπινή μου φύση επηρεάσει το αλλόκοτο που ένιωθα να συντελείται κρυφά.

Παίζοντας κουτσό....

Εικόνα
Θα ήθελα να μπορούσα να σας μιλήσω. Να περιγράψω τις μέρες που πέρασα καρφωμένη σε ένα ξύλινο φάτνωμα παρέα με μια μικρή αράχνη. Εκεί ψηλά, να αισθάνομαι πως βυθίζομαι στο σκοτάδι. Και το ρολόι με σπασμένους δείκτες καρφωμένους στο μυαλό μου Να ήμουν ικανή να εκφράσω την παράνοια .Το λαβύρινθο που παλινδρομούσα με την τρέλα και την κατάθλιψη, σφιχταγκαλιασμένα αδέρφια. Όμως δεν έμαθα ποτέ λέξεις να σκαλίζω όμορφες. Ούτε τα γράμματα που διδάχτηκα σχημάτισαν ποτέ τη λέξη Βοήθεια. Είχα ράψει το στόμα με μια σκουριασμένη σακοράφα - η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα μου, που την κουβαλώ μήπως και μάθω πώς να την χρησιμοποιώ σωστά. Έφυγες νωρίς βλέπεις και ποτέ δεν μου μίλησες , δεν μου εξήγησες. Την έχω κρυμμένη σε μια μικρή ρυτίδα δίπλα από τα χείλη και με αυτήν με ματώνω, ράβω το στόμα και τα αυτιά- μα, δεν έμαθα τα μάτια μου να ράβω. Με την ίδια τσιμπώ τις παλάμες μου και τους μηρούς μου για να ξυπνήσω όταν πέφτω σε ύπνο άρρωστο. Και να ΄μαι τώρα μπροστά σας να παίζω κουτσό. Να έχω ζω...